Η Σκιά που Υποσχόταν τα Πάντα
Ο χειμώνας είχε σκεπάσει τα βουνά με πυκνή ομίχλη. Κάθε βράδυ, όταν το τελευταίο φως του ήλιου χανόταν πίσω από τις κορυφές, οι κάτοικοι του μικρού χωριού κλείδωναν πόρτες και παράθυρα. Κανείς δεν ήθελε να βρεθεί μόνος στους παλιούς πέτρινους δρόμους μετά τα μεσάνυχτα.
Οι μεγαλύτεροι έλεγαν πως βαθιά κάτω από ένα εγκαταλειμμένο κάστρο υπήρχε μια αρχαία αίθουσα, όπου κατοικούσε ένας δαίμονας γνωστός ως Αζράελ ο Ψιθυριστής. Δεν εμφανιζόταν με τρομακτική μορφή· αντίθετα, παρουσιαζόταν σαν ένας ευγενικός άρχοντας, με ήρεμη φωνή και βλέμμα που ενέπνεε εμπιστοσύνη. Το μεγαλύτερο όπλο του ήταν οι υποσχέσεις.
Εκείνη την εποχή ζούσε ένας νεαρός άνδρας, ο Νικόλας. Ήθελε να αποκτήσει φήμη, εξουσία και να γίνει κάποιος που όλοι θα σέβονταν. Όσο περισσότερο απογοητευόταν από τις δυσκολίες της ζωής, τόσο πιο εύκολο ήταν να πιστέψει ότι κάπου υπήρχε ένας γρήγορος δρόμος προς την επιτυχία.
Ένα βράδυ, ακολουθώντας έναν παράξενο ήχο μέσα στο δάσος, έφτασε μπροστά στα ερείπια του κάστρου.
Η μεγάλη σιδερένια πύλη άνοιξε μόνη της.
Μέσα τον περίμενε ο Αζράελ.
«Καλώς ήρθες», είπε με χαμόγελο.
«Ποιος είσαι;»
«Είμαι εκείνος που γνωρίζει κάθε επιθυμία της καρδιάς σου.»
Ο Νικόλας δεν έφυγε.
Οι νύχτες περνούσαν και ο δαίμονας του έδειχνε οράματα. Έβλεπε τον εαυτό του να γίνεται πλούσιος, διάσημος και πανίσχυρος. Όλα έμοιαζαν τόσο αληθινά, ώστε άρχισε να πιστεύει ότι είχε βρει την απάντηση σε όλα τα προβλήματά του.
«Θέλω να γίνω ο μεγαλύτερος ιερέας της σκοτεινής αυτοκρατορίας σου», είπε κάποτε.
Ο Αζράελ χαμογέλασε.
«Η δύναμη μπορεί να αποκτηθεί. Όμως κάθε δύναμη έχει και το αντίστοιχο τίμημά της.»
Δεν αποκάλυπτε ποτέ περισσότερα.
Άφηνε τον Νικόλα να φαντάζεται μόνος του ότι το τίμημα ήταν μικρό.
Ένα βράδυ τον οδήγησε σε μια τεράστια υπόγεια αίθουσα. Δεκάδες πέτρινοι πυρσοί φώτιζαν έναν μαύρο θρόνο. Στους τοίχους υπήρχαν αρχαίες χαράξεις και τεράστιες μορφές από πέτρα που έμοιαζαν να παρακολουθούν κάθε κίνηση.
«Αυτός ο θρόνος περιμένει τον επόμενο άρχοντά του», είπε ο δαίμονας.
Ο Νικόλας πλησίασε αργά.
Μόλις άγγιξε το μπράτσο του θρόνου, άκουσε εκατοντάδες ψιθύρους.
Δεν ήταν φωνές θριάμβου.
Ήταν άνθρωποι που θρηνούσαν τις επιλογές τους.
Σκιές άρχισαν να εμφανίζονται γύρω του. Ήταν πρόσωπα από διαφορετικές εποχές, που είχαν πιστέψει πως μπορούσαν να αποκτήσουν τα πάντα χωρίς συνέπειες.
«Ποιοι είναι αυτοί;» ρώτησε.
Ο Αζράελ απάντησε ήρεμα.
«Είναι όσοι άφησαν την απληστία να αποφασίσει για λογαριασμό τους.»
Ο Νικόλας κοίταξε γύρω του.
Τα οράματα πλούτου είχαν εξαφανιστεί.
Ο θρόνος έμοιαζε πλέον παγωμένος και άδειος.
Για πρώτη φορά κατάλαβε πως οι εύκολες υποσχέσεις μπορούν να γίνουν παγίδα όταν κάποιος σταματήσει να σκέφτεται μόνος του.
Χωρίς να πει άλλη λέξη, γύρισε την πλάτη στον θρόνο και περπάτησε προς την έξοδο.
Ο Αζράελ δεν τον εμπόδισε.
Μόνο ψιθύρισε:
«Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα προτιμούν μια εύκολη υπόσχεση από έναν δύσκολο δρόμο.»
Όταν ο Νικόλας βγήκε από το κάστρο, ο ήλιος άρχιζε να ανατέλλει. Το σκοτάδι διαλυόταν και το ερειπωμένο φρούριο έμοιαζε ξανά εγκαταλελειμμένο, σαν να μην είχε συμβεί ποτέ τίποτα.
Από εκείνη την ημέρα αφιέρωσε τη ζωή του στο να προειδοποιεί τους άλλους ότι η πραγματική δύναμη δεν αποκτάται με εύκολες υποσχέσεις ή ψεύτικες δελεαστικές προσφορές, αλλά με υπομονή, γνώση και τις επιλογές που κάνει κανείς με καθαρό μυαλό. Έτσι, ο θρύλος του Αζράελ συνέχισε να επιβιώνει μόνο ως μια σκοτεινή προειδοποιητική ιστορία για όσους αναζητούσαν τον εύκολο δρόμο προς την εξουσία.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου