Η Συμφωνία της Ματωμένης Πανσελήνου
Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν πως οι λυκάνθρωποι ανήκουν στους παλιούς θρύλους, στις ιστορίες που έλεγαν οι γιαγιάδες δίπλα στη φωτιά για να φοβίσουν τα παιδιά. Η αλήθεια, όμως, είναι πολύ πιο σκοτεινή. Οι λυκάνθρωποι δεν εξαφανίστηκαν ποτέ. Ζουν ανάμεσά μας, κρυμμένοι πίσω από ανθρώπινα πρόσωπα, εργάζονται στις πόλεις, ταξιδεύουν στους ίδιους δρόμους με τους θνητούς και περιμένουν υπομονετικά τη νύχτα που το φεγγάρι θα ανέβει ψηλά στον ουρανό.
Στα πυκνά δάση του Βορρά, εκεί όπου ο χειμώνας διαρκεί περισσότερο από κάθε άλλη εποχή και τα βουνά χάνονται μέσα στην ομίχλη, η πανσέληνος εξακολουθεί να προκαλεί φόβο. Όταν το φως της πέφτει πάνω στα χιονισμένα μονοπάτια, ακούγονται από μακριά παράξενοι θόρυβοι. Κλαδιά σπάνε χωρίς να φυσάει άνεμος, βαριά βήματα κινούνται πίσω από τα δέντρα και ουρλιαχτά υψώνονται από τις χαράδρες, τόσο δυνατά ώστε κάνουν τα σκυλιά των χωριών να κρύβονται κάτω από τα τραπέζια.
Οι παλαιότεροι κάτοικοι θυμούνται ακόμη τις νύχτες κατά τις οποίες άναβαν μεγάλες φωτιές γύρω από τα σπίτια τους. Έριχναν μέσα ξύλα πεύκου, αλάτι και αποξηραμένα βότανα, επειδή πίστευαν ότι η μυρωδιά τους κρατούσε μακριά τα πλάσματα του σκότους. Κανένας δεν άφηνε τα παιδιά να πλησιάσουν τα παράθυρα και καμία πόρτα δεν έμενε ξεκλείδωτη μετά τη δύση του ήλιου. Οι οικογένειες συγκεντρώνονταν σε ένα δωμάτιο, κρατούσαν σιδερένια εργαλεία και προσεύχονταν μέχρι να χαθεί το φεγγάρι πίσω από τα βουνά.
Εκείνες τις νύχτες, οι λύκοι δεν κυνηγούσαν μόνοι τους.
Ανάμεσά τους κινούνταν τεράστιες μορφές με ανθρώπινα χέρια, μακριά νύχια και μάτια που έλαμπαν σαν αναμμένα κάρβουνα. Ήταν οι λυκάνθρωποι, οι αρχαίοι κυνηγοί της πανσελήνου. Όταν μεταμορφώνονταν, το σώμα τους μεγάλωνε, τα κόκαλά τους έσπαγαν και ενώνονταν ξανά, ενώ πυκνό μαύρο τρίχωμα κάλυπτε το δέρμα τους. Η δύναμή τους ήταν αρκετή για να γκρεμίσει ξύλινες πόρτες, να σπάσει κορμούς δέντρων και να συντρίψει πέτρες.
Δεν κυνηγούσαν πάντοτε ανθρώπους. Τις περισσότερες φορές κατέβαιναν βαθιά στα δάση και καταδίωκαν ελάφια, αγριογούρουνα και μεγάλα ζώα που κανένας συνηθισμένος λύκος δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει. Ωστόσο, αν κάποιος θνητός παραβίαζε τα εδάφη τους, αν τραυμάτιζε ένα μέλος της αγέλης ή πλησίαζε τα κρυμμένα καταφύγιά τους, τότε η νύχτα γινόταν κόκκινη.
Οι λυκάνθρωποι δεν ήταν θνητοί όπως οι άνθρωποι. Ο χρόνος περνούσε αργά πάνω τους και οι πληγές τους έκλειναν μέσα σε λίγα λεπτά. Κάποιοι ζούσαν για αιώνες, αλλάζοντας ονόματα και ταυτότητες κάθε λίγες δεκαετίες για να μην αποκαλυφθεί το μυστικό τους. Μόνο το ασήμι, η φωτιά και ορισμένα αρχαία ξόρκια μπορούσαν να τους τραυματίσουν πραγματικά.
Ο αρχηγός της μεγαλύτερης αγέλης ονομαζόταν Άρβεν Μόρκαϊ. Στα μάτια των ανθρώπων ήταν ένας ήσυχος άνδρας περίπου σαράντα ετών, ιδιοκτήτης ενός παλιού ξυλουργείου στην άκρη του χωριού. Κανείς δεν γνώριζε ότι είχε γεννηθεί πριν από πεντακόσια χρόνια, όταν τα δάση του Βορρά δεν υπήρχαν ακόμη στους χάρτες.
Ο Άρβεν είχε πολεμήσει ανθρώπους, μάγους, κυνηγούς τεράτων και βαμπίρ. Για αιώνες, οι λυκάνθρωποι και οι βρικόλακες ήταν θανάσιμοι εχθροί. Οι μάχες τους είχαν καταστρέψει ολόκληρα χωριά και είχαν γεμίσει τα δάση με άταφους νεκρούς. Οι βρικόλακες θεωρούσαν τους λυκανθρώπους άγρια ζώα, ενώ οι αγέλες αποκαλούσαν τους βρικόλακες άψυχα παράσιτα που έκλεβαν το αίμα των ζωντανών.
Όλα άλλαξαν τη Νύχτα της Ματωμένης Πανσελήνου.
Εκείνο το βράδυ, πριν από διακόσια χρόνια, οι άρχοντες των δύο φυλών συναντήθηκαν στα ερείπια ενός ξεχασμένου κάστρου. Μπροστά τους στέκονταν δεκατρείς πανίσχυροι μάγοι, ντυμένοι με βαριές γκρίζες ενδυμασίες. Οι μάγοι είχαν χαράξει στο πέτρινο δάπεδο έναν τεράστιο κύκλο με σύμβολα προστασίας και είχαν ανάψει μαύρα κεριά στις τέσσερις πλευρές του.
Μέσα στον κύκλο, ο Άρβεν στάθηκε απέναντι από τη Σεραφίνα Ντράβεν, την αρχόντισσα των βρικολάκων. Η Σεραφίνα ήταν χλωμή, πανέμορφη και αθάνατη. Τα κόκκινα μάτια της δεν άφηναν καμία αμφιβολία ότι μπορούσε να σκοτώσει οποιονδήποτε βρισκόταν μπροστά της.
Οι δύο ηγέτες ένωσαν τα χέρια τους πάνω από ένα ασημένιο κύπελλο. Ο Άρβεν άφησε μέσα τρεις σταγόνες από το αίμα του και η Σεραφίνα πρόσθεσε τρεις σταγόνες από το δικό της. Οι μάγοι άρχισαν να ψιθυρίζουν λέξεις σε μια γλώσσα παλαιότερη από τις ανθρώπινες φυλές. Το έδαφος σείστηκε και τα σύμβολα του κύκλου άναψαν με γαλάζια φλόγα.
Η συμφωνία ήταν ξεκάθαρη. Οι λυκάνθρωποι δεν θα εισέρχονταν στις πόλεις των βρικολάκων και οι βρικόλακες δεν θα κυνηγούσαν στα δάση των αγελών. Καμία φυλή δεν θα σκότωνε μέλος της άλλης χωρίς δίκη ενώπιον των αρχόντων τους. Αν εμφανιζόταν κοινός εχθρός, οι δύο λαοί θα πολεμούσαν μαζί.
Η συμφωνία κλειδώθηκε με μαγεία. Όποιος την παραβίαζε θα έχανε τη δύναμή του και θα καταδικαζόταν να καίγεται αιώνια από το ίδιο του το αίμα.
Για δύο αιώνες, η ειρήνη διατηρήθηκε.
Οι άνθρωποι έπαψαν να βλέπουν τις μεγάλες μάχες στα βουνά. Τα χωριά ησύχασαν και οι παλιές ιστορίες μετατράπηκαν σε παραμύθια. Οι φωτιές γύρω από τα σπίτια έσβησαν και οι νεότεροι άρχισαν να γελούν με τις προειδοποιήσεις των ηλικιωμένων.
Όμως η ειρήνη δεν μπορούσε να διαρκέσει για πάντα.
Μια χειμωνιάτικη νύχτα, λίγο πριν από την πανσέληνο, ένας νεαρός λυκάνθρωπος βρέθηκε νεκρός κοντά στα σύνορα των βρικολάκων. Το σώμα του ήταν δεμένο πάνω σε ένα δέντρο και στο στήθος του είχε χαραχτεί το σύμβολο του Οίκου Ντράβεν. Η αγέλη του απαίτησε εκδίκηση, όμως ο Άρβεν κατάλαβε ότι κάτι δεν ήταν σωστό.
Το σύμβολο είχε σχεδιαστεί ανάποδα.
Κάποιος προσπαθούσε να προκαλέσει νέο πόλεμο.
Την ίδια νύχτα, μια βρικόλακας βρέθηκε αποκεφαλισμένη έξω από τα εδάφη των λυκανθρώπων. Δίπλα στο σώμα της υπήρχαν πατημασιές μεγάλου λύκου και τρίχες από μαύρο θηρίο. Η Σεραφίνα συγκέντρωσε τους πολεμιστές της, αλλά δεν έδωσε εντολή επίθεσης. Ήξερε ότι οι λυκάνθρωποι δεν άφηναν ποτέ πίσω τους τόσα προφανή ίχνη.
Οι δύο άρχοντες συναντήθηκαν κρυφά κάτω από μια παλιά πέτρινη γέφυρα. Για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, κοίταξαν ο ένας τον άλλον όχι ως εχθροί, αλλά ως σύμμαχοι.
«Κάποιος θέλει να καταστρέψει τη συμφωνία», είπε η Σεραφίνα.
«Και ξέρει πώς να χρησιμοποιεί τα σημάδια των φυλών μας», απάντησε ο Άρβεν.
Πριν προλάβουν να συνεχίσουν, ένα ουρλιαχτό ακούστηκε από το δάσος. Δεν έμοιαζε με κραυγή λύκου, ούτε με φωνή ανθρώπου. Ήταν βαθύ, αφύσικο και γεμάτο οργή. Τα νερά του ποταμού άρχισαν να τρέμουν και τα πουλιά εγκατέλειψαν τα δέντρα μέσα στο σκοτάδι.
Από την ομίχλη εμφανίστηκε ένα πλάσμα που είχε το σώμα λυκανθρώπου, αλλά το πρόσωπό του ήταν νεκρό και άδειο. Στον λαιμό του υπήρχε ένα περιδέραιο φτιαγμένο από ανθρώπινα δόντια και πάνω στο μέτωπό του είχε χαραγμένο το σύμβολο των αρχαίων μάγων.
Ο Άρβεν αναγνώρισε αμέσως τη μαγεία.
Κάποιος είχε πάρει νεκρούς λυκανθρώπους και τους είχε μετατρέψει σε άψυχα όπλα.
Πίσω από το πρώτο πλάσμα εμφανίστηκαν δεκάδες ακόμη. Ανάμεσά τους βάδιζαν βρικόλακες με μαύρες φλέβες και νεκρά μάτια, υποταγμένοι στην ίδια σκοτεινή δύναμη. Ο πραγματικός εχθρός δεν ήταν ούτε οι λυκάνθρωποι ούτε οι βρικόλακες. Ήταν οι απόγονοι των μάγων που είχαν δημιουργήσει τη συμφωνία και τώρα ήθελαν να υποδουλώσουν και τις δύο φυλές.
Η μάχη κράτησε μέχρι το πρώτο φως της αυγής. Οι λυκάνθρωποι πολεμούσαν με νύχια και δόντια, ενώ οι βρικόλακες κινούνταν μέσα στις σκιές σαν λεπίδες. Ο Άρβεν και η Σεραφίνα στάθηκαν πλάι πλάι, καλυμμένοι με αίμα, προστατεύοντας τη συμφωνία που κάποτε είχαν υπογράψει από ανάγκη και τώρα υπερασπίζονταν από επιλογή.
Όταν ο τελευταίος νεκρός πολεμιστής έπεσε, οι δύο φυλές κατάλαβαν πως ο πόλεμος μόλις είχε αρχίσει.
Από τότε, όταν η πανσέληνος υψώνεται πάνω από τα δάση του Βορρά, οι κάτοικοι ακούνε ξανά ουρλιαχτά. Οι παλιές φωτιές ανάβουν γύρω από τα σπίτια και οι ηλικιωμένοι κλειδώνουν τις πόρτες πριν δύσει ο ήλιος.
Δεν γνωρίζουν, όμως, ότι οι λυκάνθρωποι δεν πλησιάζουν τα χωριά για να κυνηγήσουν ανθρώπους.
Περιπολούν τα σύνορα.
Κάπου μέσα στο σκοτάδι, οι βρικόλακες κινούνται μαζί τους και φυλάσσουν τα αρχαία περάσματα. Η συμφωνία της Ματωμένης Πανσελήνου εξακολουθεί να ισχύει, αλλά οι μάγοι που επέστρεψαν γνωρίζουν μυστικά ικανά να τη διαλύσουν.
Και όταν το φεγγάρι γίνει ξανά κόκκινο, οι αθάνατες φυλές θα πρέπει να διαλέξουν αν θα πολεμήσουν ενωμένες ή αν θα επιστρέψουν στο παλιό τους μίσος.
Μέχρι τότε, οι λυκάνθρωποι θα συνεχίσουν να ζουν ανάμεσά μας, κρυμμένοι πίσω από ανθρώπινα μάτια, περιμένοντας τη στιγμή που η πανσέληνος θα τους καλέσει πίσω στο δάσος.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου