Η Συμφωνία των Δεκαοκτώ Χρόνων

 




Ο Μάρκος είχε μάθει να ζει με την πείνα όπως άλλοι άνθρωποι μαθαίνουν να ζουν με έναν παλιό πόνο. Κοιμόταν σε ένα εγκαταλειμμένο δωμάτιο κοντά στον σιδηροδρομικό σταθμό, σκεπαζόταν με δύο ξεφτισμένες κουβέρτες και κάθε πρωί έψαχνε στους κάδους των καταστημάτων για κάτι που να μπορεί ακόμη να φαγωθεί. Κάποτε είχε δουλειά, σπίτι και οικογένεια, όμως μέσα σε λίγα χρόνια τα είχε χάσει όλα. Παρ’ όλα αυτά, κρατούσε πάντοτε έναν μικρό ξύλινο σταυρό κρεμασμένο στον λαιμό του και κάθε βράδυ προσευχόταν, ακόμη κι όταν πίστευε ότι κανείς δεν τον άκουγε.
Εκείνο το χειμωνιάτικο βράδυ περπατούσε μέσα στη βροχή, με τα παπούτσια του γεμάτα νερό και το στομάχι του άδειο από την προηγούμενη ημέρα. Τα φώτα της πόλης έμοιαζαν θολά πίσω από τις σταγόνες, ενώ οι άνθρωποι περνούσαν δίπλα του χωρίς να τον κοιτάζουν. Όταν έφτασε σε ένα στενό δρομάκι πίσω από μια παλιά εκκλησία, άκουσε βήματα να τον ακολουθούν. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία. Τα βήματα, όμως, σταματούσαν κάθε φορά που σταματούσε κι εκείνος.
«Μάρκο», ακούστηκε μια φωνή μέσα από το σκοτάδι.
Ο άνδρας γύρισε τρομαγμένος. Κάτω από ένα σβησμένο φανάρι στεκόταν ένας ψηλός άνδρας με μαύρο κοστούμι. Το πρόσωπό του ήταν χλωμό, τα μαλλιά του καλοχτενισμένα και τα μάτια του τόσο σκοτεινά, ώστε έμοιαζαν να μην αντανακλούν καθόλου το φως. Δεν κρατούσε ομπρέλα, όμως ούτε μία σταγόνα βροχής δεν έπεφτε επάνω του.
«Ποιος είσαι;» ρώτησε ο Μάρκος.
«Κάποιος που άκουσε τις προσευχές σου», αποκρίθηκε ο άγνωστος. «Ή, καλύτερα, κάποιος που παρατήρησε ότι εκείνος στον οποίο προσεύχεσαι δεν σου απάντησε ποτέ».
Ο Μάρκος έσφιξε τον σταυρό του. «Ο Θεός δοκιμάζει τους ανθρώπους».
Ο άγνωστος χαμογέλασε. «Σε δοκιμάζει ή σε έχει ξεχάσει;»
Τα λόγια του έπεσαν βαριά μέσα στην ψυχή του Μάρκου. Για χρόνια προσπαθούσε να διώξει αυτή τη σκέψη, όμως υπήρχαν νύχτες κατά τις οποίες δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ο Χριστός άφηνε έναν πιστό άνθρωπο να πεινά, ενώ άλλοι ζούσαν μέσα στην πολυτέλεια. Θυμήθηκε έναν ιερέα που είχε δει παλιότερα σε μια ακριβή ταβέρνα. Το τραπέζι του ήταν γεμάτο κρέατα, κρασιά και γλυκά. Εκείνος στεκόταν τότε έξω από το παράθυρο, πεινασμένος, χωρίς χρήματα ούτε για λίγο ψωμί. Ο ιερέας τον είχε κοιτάξει για μια στιγμή, όμως στη συνέχεια είχε γυρίσει το πρόσωπό του και είχε συνεχίσει να τρώει.
«Οι άνθρωποι μπορούν να είναι υποκριτές», είπε ο Μάρκος. «Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Θεός δεν υπάρχει».
«Δεν είπα ότι δεν υπάρχει», απάντησε ο άγνωστος. «Είπα ότι δεν σε βοηθά».
Τότε άνοιξε το σακάκι του και έβγαλε έναν μαύρο φάκελο. Στο εσωτερικό υπήρχε ένα κιτρινισμένο χαρτί, γραμμένο με σύμβολα που ο Μάρκος δεν μπορούσε να διαβάσει. Στο κάτω μέρος υπήρχε ένας κενός χώρος για υπογραφή.
«Δεκαοκτώ χρόνια», είπε ο άγνωστος. «Δεκαοκτώ χρόνια πλούτου, δύναμης και ευτυχίας. Δεν θα ξαναπεινάσεις. Δεν θα ξανακοιμηθείς στο κρύο. Θα έχεις περισσότερα χρήματα από όσα μπορείς να ξοδέψεις. Όταν περάσουν τα δεκαοκτώ χρόνια, ο κύριός μου θα έρθει να πάρει αυτό που του ανήκει».
Ο Μάρκος κατάλαβε αμέσως ποιος στεκόταν απέναντί του. «Είσαι δαίμονας».
Το χαμόγελο του άνδρα άνοιξε περισσότερο από όσο θα έπρεπε να μπορεί να ανοίξει ένα ανθρώπινο στόμα. Για μια στιγμή, ο Μάρκος είδε πίσω από τα χείλη του σειρές από μικρά μαύρα δόντια.
«Είμαι απλώς ο αγγελιαφόρος».
Ο Μάρκος έκανε τον σταυρό του και προσπάθησε να φύγει, όμως τα πόδια του δεν υπάκουαν. Η βροχή σταμάτησε ξαφνικά να ακούγεται. Οι δρόμοι, τα αυτοκίνητα και οι φωνές της πόλης χάθηκαν. Γύρω του υπήρχε μόνο το σκοτάδι και ο δαίμονας.
«Δεν θα υπογράψω».
«Θα υπογράψεις», είπε ήρεμα το πλάσμα. «Όχι επειδή δεν πιστεύεις στον Χριστό, αλλά επειδή έχεις αρχίσει να πιστεύεις ότι ο Χριστός δεν ενδιαφέρεται για εσένα».
Ο Μάρκος σκέφτηκε τις νύχτες της πείνας, την περιφρόνηση των ανθρώπων, τους ιερείς με τα ακριβά αυτοκίνητα και τις γεμάτες κοιλιές. Σκέφτηκε ότι ποτέ δεν είχε ζητήσει πλούτη. Μόνο ένα σπίτι, ένα πιάτο φαγητό και λίγη αξιοπρέπεια. Η οργή μέσα του μεγάλωσε και για πρώτη φορά δεν ένιωσε τύψεις που αμφέβαλλε.
Ο δαίμονας του έδωσε ένα μικρό μαχαίρι. «Κόψε την άκρη του δαχτύλου σου. Το χαρτί δεν δέχεται μελάνι. Χρειάζεται αίμα. Βάλε το αποτύπωμά σου εδώ και η συμφωνία θα ολοκληρωθεί».
«Και μετά;»
«Μετά θα επιστρέψεις στον κόσμο που σε πέταξε έξω από τις πόρτες του. Μόνο που αυτή τη φορά όλες οι πόρτες θα ανοίγουν μπροστά σου».
Ο Μάρκος κοίταξε τον σταυρό του. Για μια στιγμή νόμισε ότι ένιωσε μια μικρή ζεστασιά πάνω στο στήθος του, σαν προειδοποίηση ή σαν τελευταία ευκαιρία. Ύστερα άκουσε ξανά μέσα στο μυαλό του τα γέλια από την ταβέρνα και θυμήθηκε τον ιερέα να τρώει, ενώ εκείνος παρακαλούσε για ένα κομμάτι ψωμί.
Πήρε το μαχαίρι.
Η λεπίδα άγγιξε το δάχτυλό του και μια σταγόνα αίματος κύλησε πάνω στο κιτρινισμένο χαρτί. Ο Μάρκος πίεσε τον αντίχειρά του στον κενό χώρο. Το αίμα απλώθηκε μόνο του, σχηματίζοντας το όνομά του με γράμματα που έμοιαζαν να κινούνται. Την ίδια στιγμή, ο ξύλινος σταυρός έσπασε στα δύο.
Ο δαίμονας μάζεψε το συμβόλαιο. «Η συμφωνία ολοκληρώθηκε».
«Πώς θα γίνω πλούσιος;»
Το πλάσμα έβγαλε από την τσέπη του ένα λαχείο και το έβαλε στο χέρι του. «Αύριο το βράδυ θα καταλάβεις».
Το επόμενο πρωί ο Μάρκος ξύπνησε στο ίδιο στενό, πεπεισμένος ότι όλα ήταν ένα όνειρο. Το δάχτυλό του, όμως, είχε μια λεπτή μαύρη ουλή και ο σταυρός του ήταν σπασμένος. Στην τσέπη του βρήκε το λαχείο. Το κοίταξε, γέλασε πικρά και αποφάσισε να το κρατήσει μόνο και μόνο για να αποδείξει στον εαυτό του ότι είχε παρασυρθεί από την πείνα και την εξάντληση.
Το ίδιο βράδυ, οι αριθμοί του λαχείου ανακοινώθηκαν στην τηλεόραση μιας καφετέριας. Ο Μάρκος τους σύγκρινε έναν έναν. Όλοι ήταν σωστοί. Το μεγάλο έπαθλο έφτανε τα σαράντα εκατομμύρια ευρώ.
Μέσα σε λίγους μήνες η ζωή του είχε αλλάξει εντελώς. Αγόρασε μια τεράστια έπαυλη, ακριβά αυτοκίνητα και σπίτια σε διάφορες χώρες. Τα μέσα ενημέρωσης παρουσίασαν την ιστορία του ως ένα θαύμα της τύχης. Άνθρωποι που κάποτε περνούσαν δίπλα του χωρίς να τον βλέπουν, τώρα τον προσκαλούσαν στα σπίτια τους. Πολιτικοί, επιχειρηματίες και ακόμη και ιερείς ζητούσαν τη φιλία και τις δωρεές του.
Στην αρχή ο Μάρκος βοηθούσε τους φτωχούς. Έδινε χρήματα σε οικογένειες, πλήρωνε θεραπείες και αγόραζε τρόφιμα για αστέγους. Πίστευε ότι με αυτόν τον τρόπο μπορούσε να ξεγελάσει τη συμφωνία. Αν χρησιμοποιούσε τα χρήματα για καλό σκοπό, ίσως ο Θεός να τον συγχωρούσε. Όμως όσο περνούσαν τα χρόνια, η γενναιοδωρία του λιγόστευε. Άρχισε να φοβάται ότι οι άλλοι θα του έπαιρναν όσα είχε αποκτήσει. Έγινε καχύποπτος, σκληρός και μοναχικός.
Κάθε χρόνο, την ίδια νύχτα κατά την οποία είχε υπογράψει, έβρισκε έξω από την πόρτα του ένα μαύρο τριαντάφυλλο. Στο πρώτο τριαντάφυλλο υπήρχε δεμένο ένα μικρό χαρτί που έγραφε «Δεκαεπτά». Τον επόμενο χρόνο έγραφε «Δεκαέξι». Η αντίστροφη μέτρηση συνεχιζόταν και κανένας φύλακας ούτε κάμερα μπορούσε να καταγράψει εκείνον που άφηνε τα λουλούδια.
Καθώς πλησίαζε το τέλος των δεκαοκτώ χρόνων, ο Μάρκος άρχισε να ακούει σκυλιά να γρυλίζουν μέσα στο σπίτι του. Οι υπηρέτες και οι φρουροί δεν άκουγαν τίποτα. Μόνο εκείνος άκουγε νύχια να γρατζουνίζουν τα πατώματα και βαριά σώματα να κινούνται πίσω του. Μερικές φορές έβλεπε αποτυπώματα να εμφανίζονται μόνα τους πάνω στα χαλιά. Άλλες φορές ένιωθε καυτή ανάσα στον σβέρκο του.
Ένας ηλικιωμένος μοναχός, τον οποίο επισκέφθηκε κρυφά, του είπε ότι οι δαίμονες του είχαν στείλει τους Αόρατους Κυνηγούς, τεράστια μαύρα σκυλιά που κανένα ζωντανό μάτι δεν μπορούσε να δει. Τα ζώα αυτά ακολουθούσαν όσους είχαν υπογράψει συμφωνία με αίμα και περίμεναν υπομονετικά την καθορισμένη ημέρα.
«Υπάρχει σωτηρία;» ρώτησε ο Μάρκος.
«Υπάρχει μετάνοια», απάντησε ο μοναχός. «Όμως δεν αρκεί να φοβάσαι την τιμωρία. Πρέπει να μετανιώσεις για την επιλογή σου».
Ο Μάρκος γονάτισε μέσα στο μικρό παρεκκλήσι και προσπάθησε να προσευχηθεί. Δεν μπόρεσε να πει ούτε μία λέξη. Κάθε φορά που άνοιγε το στόμα του, άκουγε τον δαίμονα να ψιθυρίζει ότι ο Χριστός τον είχε εγκαταλείψει όταν πεινούσε. Ότι μόνο ο Σατανάς του είχε δώσει όσα ζήτησε. Ότι η ζωή που έζησε άξιζε περισσότερο από την ψυχή που θα έχανε.
Την τελευταία νύχτα των δεκαοκτώ χρόνων, ο Μάρκος κλείστηκε στην έπαυλή του. Οι πόρτες ήταν ενισχυμένες, τα παράθυρα σφραγισμένα και γύρω από το κτίριο βρίσκονταν δεκάδες ένοπλοι φρουροί. Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, όλα τα φώτα έσβησαν ταυτόχρονα. Από τον κήπο ακούστηκαν κραυγές. Οι φρουροί πυροβολούσαν μέσα στο σκοτάδι, χωρίς να γνωρίζουν τι τους επιτίθετο.
Ύστερα άρχισαν να ακούγονται τα σκυλιά.
Τα νύχια τους γρατζούνισαν την κεντρική πόρτα. Το ξύλο έτριξε και το μέταλλο λύγισε σαν να ήταν λεπτό χαρτί. Ο Μάρκος έτρεξε στους διαδρόμους, ενώ πίσω του εμφανίζονταν υγρά αποτυπώματα πάνω στο πάτωμα. Δεν έβλεπε τα πλάσματα, όμως ένιωθε ότι βρίσκονταν λίγα μόνο βήματα μακριά του.
Στο τέλος του διαδρόμου στεκόταν ο δαίμονας με το μαύρο κοστούμι. Δεν είχε γεράσει ούτε μία ημέρα. Κρατούσε το συμβόλαιο στο ένα χέρι και στο άλλο το σπασμένο κομμάτι του παλιού ξύλινου σταυρού.
«Πέρασαν τα δεκαοκτώ χρόνια», είπε. «Ήρθαμε να πάρουμε αυτό που μας ανήκει».
Ο Μάρκος προσπάθησε να τρέξει, αλλά οι αόρατοι σκύλοι τον περικύκλωσαν. Άκουγε τα γρυλίσματά τους από όλες τις πλευρές. Έκλεισε τα μάτια του και για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια δεν ζήτησε χρήματα, σωτηρία ή περισσότερο χρόνο.
«Χριστέ μου», ψιθύρισε, «δεν ξέρω αν αξίζω τη συγχώρεσή σου. Δεν σε αρνήθηκα επειδή δεν πίστευα. Σε αρνήθηκα επειδή θύμωσα μαζί σου».
Ο δαίμονας σταμάτησε να χαμογελά.
Το ρολόι χτύπησε μεσάνυχτα.
Το επόμενο πρωί οι αστυνομικοί βρήκαν την έπαυλη άδεια. Δεν υπήρχε κανένα ίχνος πάλης, ούτε αίμα ούτε σώματα. Όλα τα χρήματα του Μάρκου εξαφανίστηκαν από τους τραπεζικούς λογαριασμούς του και το τυχερό λαχείο μετατράπηκε σε ένα κομμάτι καμένο χαρτί. Πάνω στο πάτωμα του διαδρόμου βρέθηκε μόνο ένας ενωμένος ξύλινος σταυρός και γύρω του βαθιά σημάδια από νύχια.
Κανείς δεν έμαθε ποτέ τι συνέβη στον Μάρκο. Υπάρχουν, όμως, άνθρωποι που βρίσκονται κοντά στον θάνατο και ισχυρίζονται ότι βλέπουν πράγματα αόρατα για τους ζωντανούς. Μερικοί λένε ότι, λίγο πριν πεθάνουν, βλέπουν έναν τρομαγμένο άνδρα να τρέχει μέσα σε έναν σκοτεινό δρόμο, κυνηγημένος από έναν δαίμονα και μια αγέλη αόρατων σκυλιών. Άλλοι λένε ότι ο άνδρας δεν τρέχει πια για να σωθεί, αλλά ψάχνει μέσα στο σκοτάδι το φως ενός μικρού ξύλινου σταυρού.
Και κάθε δεκαοκτώ χρόνια, σε κάποιο στενό μιας μεγάλης πόλης, ένας καλοντυμένος άγνωστος πλησιάζει έναν απελπισμένο άνθρωπο και του προσφέρει ένα λαχείο, ένα μαχαίρι και ένα κιτρινισμένο χαρτί.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

🕯️ Η Σφραγίδα της Υποταγής 🕯️

🩸 Ο Θρόνος της Ήττας των Αγγέλων (+18)

Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ