Το Περιστέρι του Καταραμένου Χωριού
Το χωριό Βέλμορ βρισκόταν απομονωμένο ανάμεσα στα βουνά του βόρειου Άρντεν, εκεί όπου ο ήλιος χανόταν νωρίς πίσω από τις μαύρες κορυφές και η ομίχλη σκέπαζε τους δρόμους πριν ακόμη πέσει η νύχτα. Εκατόν ογδόντα άνθρωποι ζούσαν εκεί, καλλιεργώντας τη γη, εκτρέφοντας ζώα και αποφεύγοντας το πυκνό δάσος που άρχιζε λίγο έξω από τα τελευταία σπίτια. Για πολλές γενιές η ζωή κυλούσε ήσυχα, ώσπου ένα παγωμένο πρωινό εμφανίστηκαν στην ανατολική είσοδο του χωριού δεκατρείς άγνωστοι ταξιδιώτες.
Φορούσαν μακριούς γκρίζους μανδύες και οδηγούσαν κάρα σκεπασμένα με μαύρα υφάσματα. Είπαν στους κατοίκους ότι ήταν έμποροι που είχαν χαθεί μέσα στην καταιγίδα και ζήτησαν καταφύγιο για μία μόνο νύχτα. Ο πρόεδρος του χωριού τούς παραχώρησε την παλιά αποθήκη κοντά στον μύλο. Κανείς δεν παρατήρησε ότι τα άλογά τους δεν ανέπνεαν μέσα στο κρύο και ότι οι τροχοί των κάρων δεν άφηναν σημάδια στη λάσπη.
Την ίδια νύχτα εξαφανίστηκε ο μυλωνάς.
Το επόμενο πρωί οι ταξιδιώτες αρνήθηκαν να φύγουν. Κατέλαβαν τον μύλο, την αποθήκη τροφίμων και το παλιό πανδοχείο. Όταν ο πρόεδρος προσπάθησε να τους διώξει, δύο από αυτούς άνοιξαν το μεγαλύτερο κάρο. Από το εσωτερικό του βγήκε μια βαριά μυρωδιά καμένου θειαφιού και κάτι σκοτεινό σύρθηκε ανάμεσα στα σπίτια. Οι κάτοικοι άκουσαν μια κραυγή, έναν δυνατό κρότο και μετά απόλυτη σιωπή. Ο πρόεδρος δεν εμφανίστηκε ξανά.
Μέσα σε τρεις ημέρες το Βέλμορ είχε καταληφθεί. Οι άγνωστοι αποκάλυψαν ότι ανήκαν στη σκοτεινή αδελφότητα της Μαύρης Αυγής, μια ομάδα σατανιστών που αναζητούσε τόπους απομονωμένους για τις τελετές της. Μαζί τους είχαν φέρει δαιμονικές οντότητες, δεμένες με σύμβολα και σιδερένιες αλυσίδες. Όταν νύχτωνε, οι αλυσίδες λύνονταν και οι δαίμονες περιπολούσαν τους δρόμους.
Η ανατολική είσοδος του χωριού φυλασσόταν από ένα τετράποδο πλάσμα με δέρμα μαύρο σαν κάρβουνο και μάτια που έλαμπαν κόκκινα μέσα στην ομίχλη. Στη δυτική έξοδο στεκόταν ένας ψηλός δαίμονας με κέρατα και σπασμένα φτερά. Δεν επέτρεπαν σε κανέναν να φύγει. Όποιος πλησίαζε τα σύνορα του χωριού άκουγε τη φωνή κάποιου αγαπημένου του να τον καλεί μέσα από το δάσος. Αν ακολουθούσε τη φωνή, εξαφανιζόταν.
Ο μόνος τόπος όπου οι δαίμονες δεν μπορούσαν να μπουν ήταν η μικρή πέτρινη εκκλησία του χωριού. Ο πατέρας Ανδρόνικος, ένας ηλικιωμένος ιερέας με λευκά μαλλιά και κουρασμένα μάτια, το ανακάλυψε την πρώτη νύχτα της κατοχής. Μια δαιμονική σκιά τον είχε ακολουθήσει μέχρι την αυλή. Όταν εκείνος πέρασε την πόρτα, η σκιά σταμάτησε πάνω στα πέτρινα σκαλοπάτια, ούρλιαξε και υποχώρησε μέσα στην ομίχλη.
Από εκείνη τη στιγμή ο πατέρας Ανδρόνικος άρχισε να μαζεύει κρυφά τους κατοίκους μέσα στην εκκλησία. Δεν μπορούσε να τους καλέσει όλους ταυτόχρονα, γιατί οι κατακτητές παρακολουθούσαν κάθε κίνηση. Έστελνε τα παιδιά να χτυπούν διαφορετικές πόρτες, προσποιούμενα ότι ζητούσαν ψωμί. Οι κάτοικοι έφταναν ένας ένας από το πίσω μονοπάτι του νεκροταφείου. Μέσα σε λίγες ημέρες περισσότερα από εξήντα άτομα είχαν βρει καταφύγιο στον ναό.
Η ατμόσφαιρα στο εσωτερικό ήταν βαριά. Παιδιά κοιμούνταν πάνω σε κουβέρτες ανάμεσα στα στασίδια. Οι ηλικιωμένοι κάθονταν κοντά στα κεριά και ψιθύριζαν προσευχές. Η μυρωδιά από λιβάνι ανακατευόταν με ιδρώτα, υγρασία και φόβο. Από έξω ακούγονταν βήματα, νύχια που έξυναν την πόρτα και χαμηλές φωνές που υπόσχονταν στους ανθρώπους ότι θα τους άφηναν ελεύθερους, αρκεί να άνοιγαν.
Κανείς δεν άνοιγε.
Ο πατέρας Ανδρόνικος γνώριζε ότι τα τρόφιμα δεν θα έφταναν για πολύ. Οι σατανιστές είχαν αρχίσει να ψάχνουν τα σπίτια και σύντομα θα καταλάβαιναν πόσοι άνθρωποι κρύβονταν στην εκκλησία. Χρειαζόταν βοήθεια από το Τάγμα της Ιερής Σφραγίδας, όμως όλοι οι δρόμοι φυλάσσονταν. Κανένας άνθρωπος δεν μπορούσε να περάσει από τις δαιμονικές φρουρές.
Τότε θυμήθηκε το περιστέρι.
Στον μικρό ξύλινο πύργο πίσω από το ιερό ζούσαν τρία ταχυδρομικά περιστέρια. Οι μοναχοί του βόρειου μοναστηριού τα χρησιμοποιούσαν παλαιότερα για να ανταλλάσσουν μηνύματα με το χωριό. Τα δύο είχαν χαθεί κατά τη διάρκεια της καταιγίδας. Το τρίτο, ένα γκρίζο πουλί με λευκή γραμμή στον λαιμό, βρισκόταν ακόμη στο κλουβί του.
Ο ιερέας έγραψε ένα σύντομο γράμμα πάνω σε λεπτό χαρτί.
«Προς τους Κυνηγούς της Ιερής Σφραγίδας. Το Βέλμορ έχει καταληφθεί από την αδελφότητα της Μαύρης Αυγής. Δαιμονικές οντότητες φυλάνε την ανατολική και τη δυτική έξοδο. Οι περισσότεροι επιζώντες βρίσκονται στην εκκλησία. Τα τρόφιμα τελειώνουν. Μην πλησιάσετε από τους κεντρικούς δρόμους. Υπάρχει παλιό μονοπάτι πίσω από τον βόρειο καταρράκτη. Βιαστείτε.»
Τύλιξε το χαρτί, το έδεσε στο πόδι του περιστεριού και ανέβηκε στην κατεστραμμένη στέγη. Η νύχτα ήταν χωρίς φεγγάρι. Οι δαίμονες κινούνταν ανάμεσα στα σπίτια, αφήνοντας πίσω τους μυρωδιά στάχτης και σαπισμένου κρέατος. Ο πατέρας Ανδρόνικος κράτησε το πουλί κοντά στο στήθος του.
«Πέτα όσο πιο μακριά μπορείς», ψιθύρισε.
Το περιστέρι άνοιξε τα φτερά του και χάθηκε στο σκοτάδι.
Ένας δαίμονας σήκωσε το κεφάλι του. Είχε ακούσει τον χτύπο των φτερών.
Ο πατέρας Ανδρόνικος κατέβηκε γρήγορα, όμως ήταν αργά. Το πλάσμα πλησίασε την εκκλησία, ακολουθούμενο από τρεις σατανιστές. Στάθηκαν έξω από την πόρτα και άρχισαν να χτυπούν.
«Ξέρουμε ότι κρύβεις τους κατοίκους», φώναξε ο αρχηγός τους, ο Μάλβερ Κρόου. «Αύριο, όταν δύσει ο ήλιος, θα γκρεμίσουμε τους τοίχους. Η προστασία της εκκλησίας δεν θα σας σώσει για πάντα.»
Το επόμενο απόγευμα, το περιστέρι έφτασε εξαντλημένο στο Φρούριο της Ασημένιας Σφραγίδας. Έπεσε στην αυλή μπροστά σε έναν νεαρό φρουρό, ο οποίος εντόπισε το γράμμα και το παρέδωσε αμέσως στον Μέγα Διοικητή Άλντρικ Βαλμόν.
Μέσα σε μία ώρα συγκροτήθηκε ομάδα διάσωσης. Αρχηγός ήταν ο Έρικ Ντρέβαν. Μαζί του ταξίδευαν η Αριάδνη, ειδική στην αναγνώριση, η Μυρτώ, ανιχνεύτρια και τοξότρια, ο Ρόαν, χαρτογράφος, και ακόμη οκτώ Κυνηγοί εκπαιδευμένοι στην αντιμετώπιση δαιμονικών πλασμάτων. Δεν χρησιμοποίησαν τον κεντρικό δρόμο. Ακολούθησαν παλιές δασικές διαδρομές, ταξιδεύοντας μόνο τη νύχτα και κρυμμένοι την ημέρα κάτω από πυκνά έλατα.
Μετά από δύο ημέρες έφτασαν στον βόρειο καταρράκτη. Πίσω από το παγωμένο νερό βρήκαν ένα στενό πέρασμα που οδηγούσε κάτω από το χωριό. Ο Ρόαν άνοιξε τον παλιό χάρτη και εντόπισε μια εγκαταλειμμένη σήραγγα που κατέληγε στο νεκροταφείο, λίγα μέτρα πίσω από την εκκλησία.
Οι Κυνηγοί μπήκαν στο χωριό λίγο πριν από τα μεσάνυχτα. Τα σπίτια ήταν σκοτεινά. Μαύρα σύμβολα είχαν ζωγραφιστεί πάνω στις πόρτες και κόκκινα κεριά έκαιγαν στις διασταυρώσεις. Από το παλιό πανδοχείο ακούγονταν ψαλμωδίες. Η αδελφότητα προετοίμαζε μια τελετή που θα ξεκινούσε με τη δύση του ήλιου της επόμενης ημέρας.
Η Μυρτώ πλησίασε την εκκλησία από το νεκροταφείο και έδωσε τρία απαλά χτυπήματα στο πίσω παράθυρο. Ο πατέρας Ανδρόνικος αναγνώρισε το συμφωνημένο σήμα του Τάγματος και άνοιξε. Όταν είδε τους Κυνηγούς, τα γόνατά του λύγισαν από ανακούφιση.
Ο Έρικ τον κράτησε όρθιο.
«Πόσοι εχθροί υπάρχουν;»
«Δεκατρείς σατανιστές, ίσως περισσότεροι», απάντησε ο ιερέας. «Και τέσσερις δαίμονες. Δύο στις εξόδους, ένας στο πανδοχείο και ένας κάτω από τον μύλο. Ο τελευταίος είναι ο ισχυρότερος. Από εκεί παίρνουν τη δύναμή τους.»
Οι Κυνηγοί σχεδίασαν την επιχείρηση μέσα στο ιερό. Η Αριάδνη και η Μυρτώ θα απελευθέρωναν όσους κατοίκους κρατούνταν φυλακισμένοι στον μύλο. Ο Ρόαν θα οδηγούσε τέσσερις Κυνηγούς στις δύο εισόδους του χωριού, ώστε να αποκόψουν τις δαιμονικές φρουρές. Ο Έρικ θα έμπαινε στο πανδοχείο με την υπόλοιπη ομάδα και θα σταματούσε την τελετή. Ο πατέρας Ανδρόνικος θα παρέμενε στην εκκλησία για να προστατεύσει τους αμάχους.
Πριν από την αυγή η επιχείρηση άρχισε.
Η Αριάδνη και η Μυρτώ μπήκαν στον μύλο από ένα σπασμένο παράθυρο. Στο υπόγειο βρήκαν δεκαεπτά κατοίκους δεμένους με αλυσίδες. Ένας δαίμονας στεκόταν μπροστά σε έναν κυκλικό λάκκο γεμάτο στάχτη. Το σώμα του ήταν λεπτό και ψηλό, ενώ το πρόσωπό του δεν είχε μάτια. Μόλις άκουσε τις Κυνηγούς, γύρισε απότομα και άνοιξε ένα στόμα γεμάτο μαύρα δόντια.
Η Μυρτώ άναψε το λευκό φανάρι της Σφραγίδας. Το πλάσμα υποχώρησε ουρλιάζοντας. Η Αριάδνη έσπασε τις αλυσίδες των αιχμαλώτων και τους οδήγησε προς μια πίσω έξοδο. Ο δαίμονας προσπάθησε να τους ακολουθήσει, αλλά η Μυρτώ έριξε το φανάρι μέσα στον λάκκο. Μια λευκή φλόγα υψώθηκε και το πλάσμα παρασύρθηκε μέσα στη φωτιά, αφήνοντας πίσω του έναν ήχο σαν εκατοντάδες ψίθυροι.
Στις εισόδους του χωριού, ο Ρόαν και οι Κυνηγοί του τοποθέτησαν τις σφραγίδες του Τάγματος πάνω στις πέτρες. Όταν οι δύο δαίμονες αντιλήφθηκαν την παρουσία τους, όρμησαν από την ομίχλη. Η σύγκρουση ήταν βίαιη. Τα πλάσματα χτυπούσαν με νύχια και ουρές, όμως οι Κυνηγοί τα κράτησαν μακριά από τα σπίτια. Ο Ρόαν ενεργοποίησε τις σφραγίδες και οι δρόμοι γέμισαν λευκό φως. Οι δαίμονες παγιδεύτηκαν ανάμεσα στα σύμβολα και διαλύθηκαν σε μαύρο καπνό.
Στο πανδοχείο, ο Έρικ και οι σύντροφοί του βρήκαν τη Μαύρη Αυγή συγκεντρωμένη γύρω από έναν πέτρινο βωμό. Ο Μάλβερ Κρόου φορούσε κόκκινο μανδύα και κρατούσε ένα βιβλίο με δερμάτινο εξώφυλλο. Πίσω του στεκόταν ο τελευταίος δαίμονας, ένα τεράστιο πλάσμα με τέσσερα χέρια και κεφάλι τράγου.
«Ήρθατε αργά», είπε ο Μάλβερ. «Το χωριό μάς ανήκει.»
Ο Έρικ τράβηξε το ξίφος του.
«Οι άνθρωποι δεν ανήκουν σε κανέναν.»
Οι Κυνηγοί επιτέθηκαν. Τα τραπέζια αναποδογύρισαν, τα κεριά έπεσαν και η αίθουσα γέμισε καπνό. Οι σατανιστές προσπάθησαν να ολοκληρώσουν την επίκληση, αλλά οι Κυνηγοί διέλυσαν τον κύκλο και κατέστρεψαν τα σύμβολα. Ο δαίμονας όρμησε πάνω στον Έρικ και τον έριξε στον τοίχο. Ο αρχηγός σηκώθηκε με δυσκολία, ενώ το πλάσμα πλησίαζε.
Τότε οι καμπάνες της εκκλησίας άρχισαν να χτυπούν.
Ο πατέρας Ανδρόνικος είχε συγκεντρώσει όλους τους κατοίκους και τους είχε ζητήσει να κάνουν όσο περισσότερο θόρυβο μπορούσαν. Οι καμπάνες, οι ψαλμωδίες και οι φωνές τους αντήχησαν σε ολόκληρο το χωριό. Ο δαίμονας γύρισε προς την εκκλησία και ο κύκλος που τον κρατούσε στον ανθρώπινο κόσμο άρχισε να ραγίζει.
Ο Έρικ άρπαξε το μαύρο βιβλίο από τον Μάλβερ και το πέταξε μέσα στη φωτιά. Οι σελίδες του άρχισαν να καίγονται, βγάζοντας πράσινες φλόγες. Ο δαίμονας ούρλιαξε και επιχείρησε να διαφύγει, αλλά οι Κυνηγοί το περικύκλωσαν. Με την καταστροφή του βιβλίου, το πλάσμα έχασε τη δύναμή του και διαλύθηκε σε στάχτη.
Ο Μάλβερ προσπάθησε να φύγει από την πίσω πόρτα, όμως η Αριάδνη και η Μυρτώ είχαν φτάσει μαζί με τους απελευθερωμένους κατοίκους. Ο αρχηγός της Μαύρης Αυγής και οι τελευταίοι ακόλουθοί του συνελήφθησαν.
Όταν ανέτειλε ο ήλιος, η ομίχλη άρχισε να διαλύεται. Οι κάτοικοι βγήκαν από την εκκλησία και είδαν ξανά τους δρόμους τους ελεύθερους. Κάποιοι έκλαιγαν, άλλοι αγκάλιαζαν τους συγγενείς τους και μερικοί στέκονταν σιωπηλοί μπροστά στα άδεια σπίτια όσων δεν είχαν σωθεί.
Οι Κυνηγοί παρέμειναν στο Βέλμορ για τρεις ημέρες. Έσβησαν τα σύμβολα, κατέστρεψαν τα αντικείμενα της αδελφότητας και σφράγισαν τον λάκκο κάτω από τον μύλο. Ο πατέρας Ανδρόνικος έγραψε τα ονόματα των νεκρών σε ένα νέο βιβλίο, ώστε κανείς να μην τους ξεχάσει.
Πριν αναχωρήσει, ο Έρικ στάθηκε δίπλα στον γηραιό ιερέα.
«Χωρίς το γράμμα σου δεν θα είχαμε μάθει ποτέ τι συνέβαινε εδώ.»
Ο πατέρας Ανδρόνικος κοίταξε το γκρίζο περιστέρι, το οποίο είχε επιστρέψει και καθόταν πάνω στη στέγη της εκκλησίας.
«Δεν έσωσα εγώ το χωριό», είπε. «Το έσωσε ένα μικρό πλάσμα που τόλμησε να πετάξει πάνω από τους δαίμονες.»
Το περιστέρι άνοιξε τα φτερά του και πέταξε πάνω από τα σπίτια. Αυτή τη φορά κανένα τέρας δεν σήκωσε το κεφάλι του για να το κυνηγήσει. Οι δρόμοι ήταν ξανά ελεύθεροι και το Βέλμορ μπορούσε επιτέλους να αναπνεύσει.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου