Η Λύκαινα που Αγάπησε έναν Θνητό
Η βροχή έπεφτε δυνατά εκείνο το βράδυ, μετατρέποντας τον παλιό επαρχιακό δρόμο σε μια γυαλιστερή, σκοτεινή λωρίδα. Ο Νικόλας επέστρεφε στο χωριό, όταν είδε ξαφνικά ένα μικρό μαύρο σκυλί να βγαίνει μέσα από τα δέντρα. Το ζωάκι στεκόταν ακίνητο στη μέση του δρόμου, τρομαγμένο από τα φώτα ενός αυτοκινήτου που πλησίαζε με μεγάλη ταχύτητα.
Χωρίς να σκεφτεί τον κίνδυνο, ο Νικόλας έτρεξε προς το μέρος του. Άκουσε το δυνατό κορνάρισμα και τα λάστιχα να γλιστρούν στην άσφαλτο. Άρπαξε το μικρό σκυλί στην αγκαλιά του και έπεσε μαζί του στην άκρη του δρόμου, λίγα μόλις δευτερόλεπτα προτού το αυτοκίνητο περάσει δίπλα τους. Η μυρωδιά του καμένου λάστιχου ανακατεύτηκε με εκείνη του βρεγμένου χώματος.
Το μικρό ζώο έτρεμε ολόκληρο. Ο Νικόλας το έκρυψε μέσα στο μπουφάν του και άρχισε να του μιλάει ήρεμα.
«Τελείωσε, μικρό μου. Είσαι ασφαλές τώρα».
Δεν γνώριζε ότι αυτό που κρατούσε δεν ήταν σκυλί. Ήταν το παιδί μιας λυκανθρώπου, τόσο μικρό ώστε δεν μπορούσε ακόμη να ελέγξει τις μεταμορφώσεις του. Είχε φύγει κρυφά από τη σπηλιά όπου ζούσε με τη μητέρα του και είχε φτάσει μέχρι τον δρόμο, ακολουθώντας τις μυρωδιές των ανθρώπων.
Μέσα από το σκοτεινό δάσος, δύο χρυσαφένια μάτια παρακολουθούσαν τον Νικόλα. Η Άρτεμις, η μητέρα του μικρού, είχε αισθανθεί τον φόβο του παιδιού της και είχε τρέξει να το βρει. Είδε τον άνθρωπο να πέφτει μπροστά στο αυτοκίνητο για να το σώσει. Περίμενε πως θα το εγκατέλειπε μόλις περνούσε ο κίνδυνος. Εκείνος, όμως, το κράτησε κοντά στο στήθος του, το προστάτευσε από τη βροχή και το μετέφερε στο σπίτι του.
Η Άρτεμις τον ακολούθησε αθόρυβα. Είχε μάθει να φοβάται τους ανθρώπους. Πριν από χρόνια, κυνηγοί είχαν σκοτώσει τον σύντροφό της, επειδή είχαν ανακαλύψει τι ήταν. Από τότε ζούσε κρυμμένη και δεν επέτρεπε σε κανέναν θνητό να πλησιάσει το παιδί της. Εκείνο το βράδυ, όμως, είχε δει κάτι που δεν πίστευε πως υπήρχε ακόμη: έναν άνθρωπο έτοιμο να θυσιάσει τη ζωή του για ένα πλάσμα που θεωρούσε απλώς ένα αδέσποτο σκυλί.
Ο Νικόλας καθάρισε προσεκτικά τις πληγές του μικρού και του έδωσε φαγητό και νερό. Έπειτα το σκέπασε με μια κουβέρτα μπροστά στο αναμμένο τζάκι. Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα.
Όταν άνοιξε, αντίκρισε μια ψηλή γυναίκα με μακριά μαύρα μαλλιά. Τα ρούχα της ήταν βρεγμένα και στα μάτια της υπήρχε μια παράξενη χρυσαφένια λάμψη.
«Νομίζω ότι βρήκατε κάτι που μου ανήκει», είπε εκείνη.
Το μικρό σκυλί σηκώθηκε και έτρεξε κοντά της. Η Άρτεμις γονάτισε και το αγκάλιασε. Ο Νικόλας είδε τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα και κατάλαβε ότι το ζώο σήμαινε πολύ περισσότερα για εκείνη από όσα μπορούσε να εξηγήσει.
«Το έσωσες», του είπε. «Γιατί το έκανες;»
«Επειδή κινδύνευε. Δεν χρειαζόμουν άλλον λόγο».
Η απάντησή του γκρέμισε το πρώτο τείχος γύρω από την καρδιά της.
Τις επόμενες ημέρες η Άρτεμις επέστρεφε συχνά. Έλεγε ότι ήθελε να τον ευχαριστήσει, αλλά η αλήθεια ήταν πως επιθυμούσε να τον γνωρίσει. Ο Νικόλας ένιωθε παράξενα κοντά της. Υπήρχε κάτι άγριο στη σιωπή της, κάτι που του θύμιζε το δάσος λίγο πριν ξεσπάσει καταιγίδα. Εκείνη άκουγε τους χτύπους της καρδιάς του κάθε φορά που πλησίαζε. Μύριζε τον φόβο, τη χαρά και την αμηχανία του, αλλά ποτέ δεν αισθανόταν κακία μέσα του.
Σύντομα η ευγνωμοσύνη της έγινε αγάπη. Για πρώτη φορά μετά τον θάνατο του συντρόφου της, η Άρτεμις ένιωθε ασφαλής κοντά σε κάποιον. Το παιδί της αγαπούσε τον Νικόλα και έτρεχε πάντοτε στην αγκαλιά του. Εκείνος πίστευε ότι η Άρτεμις ήταν μια μοναχική μητέρα που ζούσε έξω από το χωριό. Δεν μπορούσε να φανταστεί το μυστικό που έκρυβε.
Η αλήθεια αποκαλύφθηκε την πρώτη πανσέληνο του χειμώνα. Ο Νικόλας άκουσε ουρλιαχτά κοντά στο σπίτι του και βγήκε κρατώντας έναν φακό. Ανάμεσα στα δέντρα είδε τρεις ένοπλους κυνηγούς. Είχαν εντοπίσει τα ίχνη του μικρού λυκανθρώπου και είχαν έρθει για να το σκοτώσουν.
Η Άρτεμις στάθηκε μπροστά στο παιδί της. Το σώμα της άρχισε να αλλάζει. Τα κόκαλά της έτριξαν, τα δάχτυλά της μεταμορφώθηκαν σε τεράστια νύχια και πυκνό μαύρο τρίχωμα κάλυψε το δέρμα της. Μέσα σε λίγες στιγμές, η όμορφη γυναίκα είχε γίνει ένας πελώριος λύκος, μεγαλύτερος από άλογο. Τα μάτια της έλαμπαν σαν λιωμένο χρυσάφι και το βρυχηθμό της έκανε τα τζάμια του σπιτιού να τρέμουν.
Ο Νικόλας πάγωσε. Κατάλαβε ότι μπροστά του στεκόταν ένα πλάσμα των παλιών θρύλων. Η Άρτεμις γύρισε και τον κοίταξε. Περίμενε να δει αποστροφή και τρόμο στα μάτια του. Εκείνος, όμως, κοίταξε το μικρό πλάσμα που είχε σώσει και κατάλαβε τα πάντα.
Όταν ένας από τους κυνηγούς σήκωσε το όπλο του προς το παιδί, ο Νικόλας μπήκε μπροστά του.
«Αν θέλετε να το σκοτώσετε, θα πρέπει πρώτα να σκοτώσετε εμένα».
Η Άρτεμις όρμησε. Το τεράστιο σώμα της έπεσε πάνω στους άντρες σαν μαύρη καταιγίδα. Τα ουρλιαχτά και οι πυροβολισμοί αντήχησαν μέσα στο δάσος. Δεν τους σκότωσε, παρόλο που μπορούσε. Κατέστρεψε τα όπλα τους και τους ανάγκασε να φύγουν τρομαγμένοι.
Όταν η πανσέληνος κρύφτηκε πίσω από τα σύννεφα, η Άρτεμις επέστρεψε στην ανθρώπινη μορφή της. Γονάτισε εξαντλημένη στο βρεγμένο χώμα. Ο Νικόλας πλησίασε και σκέπασε τους ώμους της με το μπουφάν του.
«Τώρα ξέρεις τι είμαι», του ψιθύρισε. «Είμαι ένα τέρας».
«Όχι», απάντησε εκείνος. «Είσαι μια μητέρα που προστάτευσε το παιδί της».
Η Άρτεμις τον κοίταξε δακρυσμένη. Ο φόβος που κουβαλούσε τόσα χρόνια άρχισε να υποχωρεί. Τον αγκάλιασε και άκουσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά. Ήξερε ότι ο Νικόλας ήταν θνητός και ότι κάποια ημέρα ο χρόνος θα τον έπαιρνε μακριά της. Παρ’ όλα αυτά, επέλεξε να τον αγαπήσει.
Από εκείνη τη νύχτα έζησαν μαζί στο σπίτι δίπλα στο δάσος. Οι κάτοικοι του χωριού έβλεπαν μια συνηθισμένη οικογένεια: έναν άντρα, μια γυναίκα και το μικρό τους μαύρο σκυλί. Κανείς δεν γνώριζε ότι, όταν η πανσέληνος ανέβαινε στον ουρανό, μια τεράστια λύκαινα στεκόταν έξω από το σπίτι και φύλαγε τον θνητό που είχε σώσει το παιδί της και είχε καταφέρει να ημερέψει την άγρια καρδιά της.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου