Η Νύχτα του Μαύρου Πηγαδιού

 



Στο απομονωμένο χωριό Γκρέβαν, οι κάτοικοι πίστευαν ότι το παλιό πηγάδι στην άκρη της πλατείας είχε στερέψει πριν από εκατό χρόνια. Κανείς δεν το χρησιμοποιούσε, κανείς δεν πλησίαζε μετά τη δύση του ήλιου και τα παιδιά μεγάλωναν ακούγοντας πως από τα βάθη του ανέβαιναν φωνές ανθρώπων που είχαν χαθεί στο δάσος. Οι περισσότεροι θεωρούσαν τις ιστορίες παλιές δεισιδαιμονίες, ώσπου μια νύχτα το νερό επέστρεψε. Ήταν μαύρο, παχύ και μύριζε χώμα από ανοιγμένο τάφο. Το επόμενο πρωί βρέθηκαν νεκρά όλα τα ζώα που είχαν πιει από τις ποτίστρες της πλατείας. Το ίδιο βράδυ εξαφανίστηκε η κόρη του σιδερά.
Ο πατέρας Λουκάς, ιερέας του χωριού, κατέβηκε μόνος του στην πλατεία κρατώντας ένα φανάρι. Πλησίασε το πηγάδι και άκουσε τη φωνή του κοριτσιού να έρχεται από μέσα. Τον καλούσε με το όνομά του και τον παρακαλούσε να κατεβεί. Ο ιερέας έσκυψε πάνω από το άνοιγμα, όμως αντί για το πρόσωπό της είδε δύο φωτεινά μάτια να κινούνται μέσα στο σκοτάδι. Έκανε πίσω και άρχισε να ψάλλει. Η φωνή σταμάτησε, αλλά από τα βάθη ακούστηκε ένας θυμωμένος βρυχηθμός.
Πριν ξημερώσει, ο πατέρας Λουκάς έγραψε μια επιστολή προς το Φρούριο της Ασημένιας Σφραγίδας. Την έδωσε σε έναν νεαρό αγγελιαφόρο και τον έστειλε από το παλιό μονοπάτι του ποταμού. Το μήνυμα έφτασε δύο ημέρες αργότερα στον Μέγα Διοικητή Άλντρικ Βαλμόν. Στην αναφορά αναφέρονταν το μαύρο νερό, οι εξαφανίσεις, οι φωνές και ένα σύμβολο που είχε εμφανιστεί πάνω στις πέτρες γύρω από το πηγάδι. Ο Ρόαν, λόγιος του Τάγματος, αναγνώρισε το σημάδι. Ανήκε σε μια αρχαία αδελφότητα που πίστευε ότι κάτω από κάθε παλιό πηγάδι υπήρχε μια πύλη προς έναν κόσμο χωρίς ήλιο.
Ο Άλντρικ επέλεξε τέσσερις Κυνηγούς. Τον Έρικ Ντρέβαν, αρχηγό της ομάδας, την Αριάδνη, ειδική στις κρυφές εισόδους, τη Μυρτώ, ανιχνεύτρια με εξαιρετική ακοή, και τον Ρόαν, γνώστη συμβόλων και υπόγειων στοών. Η εντολή ήταν σαφής. Θα έβρισκαν το κορίτσι, θα ανακάλυπταν τι υπήρχε κάτω από το χωριό και θα έκλειναν την πύλη πριν εξαπλωθεί το κακό.
Οι Κυνηγοί έφτασαν στο Γκρέβαν λίγο πριν από τη δύση. Οι δρόμοι ήταν άδειοι, τα παράθυρα κλειστά και η πλατεία σκεπασμένη με στάχτη. Ο πατέρας Λουκάς τούς περίμενε στην πόρτα της εκκλησίας. Τους οδήγησε στο πηγάδι και τους έδειξε τις πέτρες. Ο Ρόαν γονάτισε και εξέτασε τα σημάδια. Δεν είχαν χαραχτεί με εργαλείο. Είχαν εμφανιστεί από μέσα προς τα έξω, σαν κάτι κάτω από τη γη να είχε κάψει την πέτρα.
Η Μυρτώ πλησίασε το άνοιγμα και έκλεισε τα μάτια της. Άκουσε νερό να στάζει, αλυσίδες να σέρνονται και μια παιδική φωνή. Δεν ήταν μία μόνο φωνή. Ήταν πολλές μαζί, όλες να επαναλαμβάνουν την ίδια λέξη.
«Άνοιξε.»
Η Αριάδνη έδεσε ένα σχοινί γύρω από τη μέση της και κατέβηκε πρώτη. Το πηγάδι ήταν πολύ βαθύτερο από όσο έδειχνε εξωτερικά. Μετά από περίπου τριάντα μέτρα, τα πέτρινα τοιχώματα έδωσαν τη θέση τους σε έναν φυσικό υπόγειο θάλαμο. Στο έδαφος υπήρχαν παλιά οστά, σκουριασμένα εργαλεία και δεκάδες σπασμένα φυλαχτά. Στη μία πλευρά άνοιγε μια στενή στοά.
Οι υπόλοιποι κατέβηκαν και η ομάδα προχώρησε αργά. Η μυρωδιά γινόταν βαρύτερη. Το φως των φαναριών αποκάλυπτε μικρά αποτυπώματα χεριών πάνω στους τοίχους. Ορισμένα ήταν πρόσφατα. Άλλα είχαν μείνει εκεί για δεκαετίες. Ύστερα από λίγα λεπτά άκουσαν κλάμα.
Βρήκαν την κόρη του σιδερά σε έναν κυκλικό θάλαμο. Ήταν ζωντανή, αλλά στεκόταν ακίνητη μπροστά σε μια μαύρη λίμνη. Τα μάτια της ήταν ανοιχτά και τα χείλη της κινούνταν χωρίς ήχο. Γύρω της υπήρχαν δώδεκα φιγούρες με γκρίζους μανδύες. Στο κέντρο τους στεκόταν ένας άνδρας με ξύλινη μάσκα.
«Οι Κυνηγοί έφτασαν», είπε. «Ακριβώς όπως μας υποσχέθηκε το πηγάδι.»
Ο άνδρας ονομαζόταν Σίβερ Μορ. Ήταν ο τελευταίος αρχηγός της Αδελφότητας του Βυθού. Για χρόνια συγκέντρωνε ανθρώπους που είχαν χάσει οικογένειες, πλούτη ή ελπίδα και τους υποσχόταν ότι η πύλη κάτω από το χωριό μπορούσε να επιστρέψει όσα είχαν χαθεί. Στην πραγματικότητα, κάθε τελετή ενίσχυε το πλάσμα που ζούσε μέσα στη λίμνη.
Ο Έρικ τράβηξε το ξίφος του.
«Άφησε το κορίτσι.»
Ο Σίβερ γέλασε και βύθισε το χέρι του στο μαύρο νερό. Η λίμνη άρχισε να κινείται. Ένα τεράστιο κεφάλι αναδύθηκε αργά, χωρίς δέρμα και χωρίς μάτια, με στόμα γεμάτο λεπτά δόντια. Οι τοίχοι σείστηκαν και οι φλόγες των φαναριών χαμήλωσαν.
Η Μυρτώ όρμησε προς το κορίτσι. Δύο μέλη της αδελφότητας προσπάθησαν να τη σταματήσουν, αλλά η Αριάδνη μπήκε ανάμεσά τους. Ο Ρόαν άρχισε να εξετάζει τα σύμβολα γύρω από τη λίμνη. Κατάλαβε ότι η πύλη κρατιόταν ανοιχτή από τέσσερις πέτρινες σφραγίδες τοποθετημένες στις άκρες του θαλάμου.
Ο Έρικ αντιμετώπιζε τον Σίβερ, ενώ το πλάσμα ανέβαινε όλο και περισσότερο από το νερό. Κάθε φορά που τα χέρια του άγγιζαν την πέτρα, το δάπεδο μαύριζε. Ο Σίβερ πολεμούσε με ένα κοντό δρεπάνι και κινούνταν σαν να τον καθοδηγούσε κάτι αόρατο. Ο Έρικ απέκρουσε δύο χτυπήματα, αλλά το τρίτο άνοιξε βαθιά πληγή στον ώμο του.
Η Αριάδνη έσπασε την πρώτη σφραγίδα. Το πλάσμα ούρλιαξε και η λίμνη άρχισε να υποχωρεί. Ο Ρόαν κατέστρεψε τη δεύτερη με τη λαβή του σπαθιού του. Η Μυρτώ άρπαξε το κορίτσι και το τράβηξε μακριά από το νερό. Οι άνθρωποι της αδελφότητας άρχισαν να πανικοβάλλονται. Κάποιοι έτρεξαν προς τη στοά, άλλοι έπεσαν στα γόνατα και παρακαλούσαν το πλάσμα να τους προστατεύσει.
Ο Σίβερ επιτέθηκε ξανά στον Έρικ. Αυτή τη φορά ο Κυνηγός απέφυγε το δρεπάνι, τον χτύπησε στο στήθος και τον έριξε δίπλα στη λίμνη. Ο αρχηγός της αδελφότητας προσπάθησε να σηκωθεί, όμως ένα μαύρο χέρι βγήκε από το νερό και τυλίχθηκε γύρω από το πόδι του. Ο Σίβερ ούρλιαξε ότι είχε υπηρετήσει πιστά, αλλά το πλάσμα δεν σταμάτησε. Τον τράβηξε μέσα στη λίμνη και η φωνή του χάθηκε.
Η τρίτη σφραγίδα έσπασε. Η οροφή άρχισε να καταρρέει. Ο Ρόαν εντόπισε την τελευταία πέτρα κάτω από ένα σωρό οστών. Η Αριάδνη τον βοήθησε να τα μετακινήσει, ενώ η Μυρτώ οδηγούσε το κορίτσι προς την έξοδο. Το πλάσμα, μισό ακόμη μέσα στη λίμνη, άπλωσε τα χέρια του προς τους Κυνηγούς.
Ο Έρικ στάθηκε μπροστά του για να κερδίσει χρόνο.
«Τώρα!» φώναξε.
Ο Ρόαν χτύπησε την τελευταία σφραγίδα. Η πέτρα έσπασε και μια λευκή λάμψη γέμισε τον θάλαμο. Το πλάσμα άρχισε να διαλύεται, ενώ η λίμνη στριφογύριζε σαν τεράστια δίνη. Οι Κυνηγοί έτρεξαν προς τη στοά λίγες στιγμές πριν ολόκληρος ο θάλαμος καταρρεύσει.
Ανέβηκαν από το πηγάδι λίγο πριν χαράξει. Η κόρη του σιδερά παραδόθηκε στον πατέρα της. Δεν θυμόταν τίποτε από όσα είχαν συμβεί, μόνο ένα τραγούδι που άκουγε μέσα στο νερό. Ο πατέρας Λουκάς συγκέντρωσε τους κατοίκους και τους ζήτησε να γεμίσουν το πηγάδι με πέτρες. Οι Κυνηγοί τοποθέτησαν πάνω του τη σφραγίδα του Τάγματος και απαγόρευσαν σε οποιονδήποτε να το ανοίξει ξανά.
Πριν φύγουν, ο Ρόαν εξέτασε ένα μεταλλικό αντικείμενο που είχε βρει μέσα στη στοά. Ήταν ένα μικρό κλειδί με το σύμβολο της Αδελφότητας του Βυθού. Πάνω του υπήρχαν χαραγμένα τα ονόματα τριών ακόμη χωριών.
Η υπόθεση του Γκρέβαν είχε τελειώσει, όμως ο Έρικ γνώριζε ότι το πλάσμα κάτω από το πηγάδι δεν ήταν το μοναδικό. Κάπου αλλού, κάτω από άλλες πλατείες και εγκαταλειμμένες εκκλησίες, υπήρχαν παρόμοιες πύλες. Και κάποιοι άνθρωποι ήταν ακόμη πρόθυμοι να τις ανοίξουν.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

🕯️ Η Σφραγίδα της Υποταγής 🕯️

🩸 Ο Θρόνος της Ήττας των Αγγέλων (+18)

Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ