Η Πομπή των Ακέφαλων Μοναχών

 



Το πρώτο χτύπημα της καμπάνας ακούστηκε στις τρεις μετά τα μεσάνυχτα. Το δεύτερο ακολούθησε λίγα δευτερόλεπτα αργότερα και το τρίτο έκανε τα τζάμια των σπιτιών να τρέμουν. Οι κάτοικοι του χωριού Νέρβαλ ξύπνησαν τρομαγμένοι, επειδή η καμπάνα δεν ανήκε στη δική τους εκκλησία. Ο ήχος ερχόταν από το εγκαταλειμμένο μοναστήρι που βρισκόταν βαθιά μέσα στο δάσος, εκεί όπου κανείς δεν είχε πατήσει εδώ και σαράντα χρόνια.
Το επόμενο πρωί, ένας βοσκός βρέθηκε λιπόθυμος κοντά στο παλιό μονοπάτι. Όταν συνήλθε, μιλούσε για μια πομπή από μοναχούς χωρίς κεφάλια, οι οποίοι περπατούσαν ανάμεσα στα δέντρα κρατώντας μαύρα κεριά. Πίσω τους ακολουθούσε μια ψηλή μορφή με ασημένια μάσκα. Ο βοσκός ορκιζόταν ότι η μορφή τον είχε κοιτάξει, παρόλο που η μάσκα δεν είχε μάτια.
Ο πατέρας Μιχαήλ, ιερέας του χωριού, δεν περίμενε να συμβεί δεύτερη εξαφάνιση. Έγραψε αμέσως γράμμα προς το Φρούριο της Ασημένιας Σφραγίδας και το έστειλε με έφιππο αγγελιαφόρο. Στην επιστολή περιέγραψε τις καμπάνες, την πομπή και ένα παράξενο σημάδι που είχε εμφανιστεί πάνω στην πόρτα της εκκλησίας του χωριού: έναν κύκλο με επτά κάθετες γραμμές και μία σπασμένη καμπάνα στο κέντρο.
Όταν ο Άλντρικ Βαλμόν διάβασε την αναφορά, κάλεσε αμέσως τέσσερις Κυνηγούς. Ο Έρικ Ντρέβαν ανέλαβε την αρχηγία. Μαζί του θα ταξίδευαν η Αριάδνη, ειδική στην αναγνώριση, η Μυρτώ, ανιχνεύτρια με εξαιρετική ακοή, και ο Ρόαν, χαρτογράφος και μελετητής παλιών θρησκευτικών συμβόλων.
Η ομάδα έφτασε στο Νέρβαλ ύστερα από τέσσερις ημέρες. Οι δρόμοι ήταν άδειοι και τα περισσότερα σπίτια είχαν κλειστά παντζούρια. Ο πατέρας Μιχαήλ τούς οδήγησε στην εκκλησία και τους έδειξε το σύμβολο. Ο Ρόαν το αναγνώρισε από ένα απαγορευμένο χρονικό. Ανήκε στους Αδελφούς της Τελευταίας Καμπάνας, ένα παλιό μοναχικό τάγμα που είχε διαλυθεί όταν τα μέλη του άρχισαν να πιστεύουν ότι μπορούσαν να καλέσουν πίσω τους νεκρούς με τη βοήθεια επτά χτυπημάτων.
Το μοναστήρι είχε χτιστεί πάνω από μια κατακόμβη. Σύμφωνα με τα χρονικά, ο τελευταίος ηγούμενος, ο πατέρας Ορέστης, είχε κλειστεί εκεί μαζί με δεκατρείς μοναχούς και δεν βγήκε ποτέ ξανά. Οι κάτοικοι έλεγαν ότι τη νύχτα της εξαφάνισής τους η καμπάνα χτύπησε μόνη της επτά φορές και μετά έλιωσε μέσα στον πύργο.
Οι Κυνηγοί ξεκίνησαν για το δάσος πριν δύσει ο ήλιος. Το μονοπάτι ήταν γεμάτο ξερά φύλλα, σπασμένα κλαδιά και παλιούς πέτρινους σταυρούς. Η Μυρτώ σταμάτησε κοντά σε μια χαράδρα και άγγιξε το έδαφος. Βρήκε ίχνη από γυμνά πόδια, αλλά κανένα δεν είχε κατεύθυνση επιστροφής. Όλα οδηγούσαν προς το μοναστήρι.
Η ομάδα έφτασε στην πύλη λίγο πριν από τα μεσάνυχτα. Το κτίσμα ήταν μισογκρεμισμένο. Ο πύργος της καμπάνας στεκόταν ακόμη, παρόλο που η οροφή του είχε καταρρεύσει. Στην αυλή υπήρχαν δεκατρία μαύρα κεριά αναμμένα σε κύκλο.
Μόλις οι Κυνηγοί πέρασαν την πύλη, τα κεριά έσβησαν.
Από το εσωτερικό του μοναστηριού ακούστηκε ψαλμωδία. Δεν υπήρχαν λέξεις, μόνο ένας βαθύς συνεχόμενος ήχος που έκανε το στήθος τους να βαραίνει. Η Αριάδνη εντόπισε μια πλαϊνή είσοδο και η ομάδα μπήκε αθόρυβα.
Στην κεντρική αίθουσα βρήκαν παλιά στασίδια, σκουριασμένα φανάρια και έναν πέτρινο βωμό. Πάνω του βρισκόταν μια ασημένια μάσκα. Πριν προλάβει ο Ρόαν να την εξετάσει, η πόρτα πίσω τους έκλεισε. Δεκατρείς μορφές με μοναχικούς μανδύες εμφανίστηκαν γύρω από τους τοίχους. Οι κουκούλες τους ήταν άδειες.
Η ψηλή μορφή με την ασημένια μάσκα βγήκε από τη σκιά.
«Η καμπάνα περίμενε νέους φύλακες», είπε.
Ο Έρικ τράβηξε το ξίφος του.
«Ποιος είσαι;»
Η μορφή αφαίρεσε αργά τη μάσκα. Από κάτω δεν υπήρχε ανθρώπινο πρόσωπο. Υπήρχε μόνο μαύρο δέρμα, σκισμένο στόμα και μάτια που έμοιαζαν με αναμμένα κάρβουνα.
«Είμαι εκείνος που απάντησε στην προσευχή τους.»
Ο Ρόαν κατάλαβε ότι ο πατέρας Ορέστης και οι μοναχοί του δεν είχαν καλέσει τους νεκρούς. Είχαν ανοίξει δρόμο σε μια δαιμονική οντότητα που χρησιμοποιούσε τα σώματά τους ως άδεια δοχεία. Η πομπή δεν ήταν τελετή μνήμης. Ήταν κυνήγι νέων θυμάτων.
Οι δεκατρείς μοναχοί όρμησαν ταυτόχρονα. Ο Έρικ και η Μυρτώ τούς κράτησαν μακριά από τον βωμό, ενώ η Αριάδνη και ο Ρόαν έψαχναν τρόπο να σταματήσουν την επίκληση. Στην πίσω πλευρά της αίθουσας βρήκαν επτά μικρές καμπάνες κρεμασμένες πάνω από μια καταπακτή. Κάθε μία είχε χαραγμένο διαφορετικό όνομα.
«Αν χτυπήσουν όλες, ανοίγει η κατακόμβη», είπε ο Ρόαν.
Τότε η πρώτη καμπάνα χτύπησε μόνη της.
Το πάτωμα σείστηκε.
Η δεύτερη καμπάνα ακολούθησε.
Από την καταπακτή ακούστηκαν δεκάδες χέρια να χτυπούν από κάτω.
Η Αριάδνη έκοψε το σχοινί της τρίτης καμπάνας πριν προλάβει να κινηθεί. Ο Ρόαν άρχισε να καταστρέφει τα σύμβολα γύρω από την καταπακτή. Η δαιμονική μορφή επιτέθηκε στον Έρικ και τον πέταξε πάνω στον βωμό. Η ασημένια μάσκα έπεσε στο πάτωμα και έσπασε.
Για πρώτη φορά, οι μοναχοί σταμάτησαν.
Η Μυρτώ κατάλαβε ότι η μάσκα τους κρατούσε δεμένους με την οντότητα. Έστρεψε το λευκό φανάρι της πάνω στα κομμάτια. Μια κραυγή γέμισε την αίθουσα και οι άδειες κουκούλες άρχισαν να γεμίζουν με μαύρο καπνό.
Η τέταρτη καμπάνα χτύπησε.
Η καταπακτή άνοιξε λίγα εκατοστά.
Μέσα από τη χαραμάδα εμφανίστηκαν ανθρώπινα δάχτυλα, παγωμένα και παραμορφωμένα.
Ο Ρόαν έσπασε την πέμπτη καμπάνα με το σφυρί του. Η Αριάδνη έκοψε την έκτη. Η έβδομη άρχισε να κινείται, αλλά ο Έρικ πρόλαβε να πετάξει το ξίφος του και να κόψει το σχοινί.
Η τελευταία καμπάνα έπεσε πάνω στην καταπακτή.
Η δαιμονική μορφή ούρλιαξε και όρμησε προς τους Κυνηγούς. Η Μυρτώ σήκωσε το λευκό φανάρι, ενώ ο Ρόαν τοποθέτησε τα σπασμένα κομμάτια της μάσκας πάνω στα χαλασμένα σύμβολα. Μια εκτυφλωτική λάμψη γέμισε την αίθουσα. Οι δεκατρείς μοναχοί κατέρρευσαν και οι μαύρες σκιές βγήκαν από τους μανδύες τους, τραβηγμένες προς την καταπακτή.
Η οντότητα προσπάθησε να κρατηθεί από τις πέτρες, αλλά η ίδια δύναμη που είχε χρησιμοποιήσει για να ανοίξει την πύλη την τραβούσε τώρα πίσω. Ο Έρικ την κλώτσησε στο στήθος και το πλάσμα έπεσε μέσα στο σκοτάδι. Η καταπακτή έκλεισε με δύναμη και τα σύμβολα έσβησαν.
Το μοναστήρι άρχισε να καταρρέει.
Οι Κυνηγοί έτρεξαν προς την έξοδο καθώς πέτρες και ξύλα έπεφταν γύρω τους. Βγήκαν στην αυλή λίγες στιγμές πριν ο πύργος της καμπάνας σωριαστεί πάνω στην κεντρική αίθουσα. Όταν η σκόνη καταλάγιασε, τα δεκατρία μαύρα κεριά είχαν λιώσει.
Το επόμενο πρωί επέστρεψαν στα ερείπια. Κάτω από τους μανδύες των μοναχών βρήκαν μόνο οστά και μικρούς μεταλλικούς σταυρούς. Ο Ρόαν συνέλεξε όσα μπορούσε και τα παρέδωσε στον πατέρα Μιχαήλ, ώστε να ταφούν κανονικά.
Οι καμπάνες δεν ακούστηκαν ξανά στο Νέρβαλ.
Οι κάτοικοι άνοιξαν τα σπίτια τους, τα παιδιά επέστρεψαν στην πλατεία και οι βοσκοί ξαναπήραν τον δρόμο προς τα λιβάδια. Οι Κυνηγοί αναχώρησαν χωρίς τελετές και χωρίς επαίνους.
Μερικές εβδομάδες αργότερα, όμως, ένας μοναχός από άλλη περιοχή έφτασε στο Φρούριο της Ασημένιας Σφραγίδας. Στα χέρια του κρατούσε μια μικρή ασημένια καμπάνα.
«Τη βρήκαμε κάτω από το δικό μας μοναστήρι», είπε.
Ο Άλντρικ την κοίταξε και είδε πάνω της χαραγμένο το ίδιο σύμβολο.
Η πομπή του Νέρβαλ είχε σταματήσει, αλλά κάποιος είχε δημιουργήσει και άλλες καμπάνες. Το κυνήγι θα συνεχιζόταν.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

🕯️ Η Σφραγίδα της Υποταγής 🕯️

🩸 Ο Θρόνος της Ήττας των Αγγέλων (+18)

Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ