Η Πανσέληνος των Παλιών Όρκων

 




Η σατανική λέσχη του Μαύρου Κύκλου είχε ιδρυθεί πριν από εξήντα χρόνια, σε ένα απομονωμένο χωριό πνιγμένο στα έλατα και στην ομίχλη. Τα πρώτα της μέλη ήταν τότε παιδιά δεκαέξι και δεκαεπτά ετών, γόνοι πλούσιων οικογενειών που αναζητούσαν συγκινήσεις μέσα σε εγκαταλειμμένα ξωκλήσια και υπόγεια γεμάτα παλιά βιβλία. Άρχισαν σαν παιχνίδι, ζωγραφίζοντας σύμβολα με κάρβουνο και διαβάζοντας λόγια που κανείς τους δεν καταλάβαινε. Πολύ σύντομα, όμως, ανακάλυψαν ότι κάποια από τα λόγια εκείνα είχαν δύναμη.
Ανάμεσά τους βρισκόταν η Ελβίρα, μια αδύνατη κοπέλα με μακριά μαύρα μαλλιά και μάτια που έμοιαζαν πάντοτε να κοιτούν πίσω από τους ανθρώπους. Η Ελβίρα ήταν η πρώτη που άκουσε τις φωνές κάτω από το πάτωμα του παλιού αρχοντικού όπου συγκεντρωνόταν η λέσχη. Ήταν επίσης εκείνη που βρήκε το δερματόδετο βιβλίο μέσα σε έναν τοίχο, τυλιγμένο με αλυσίδες και σφραγισμένο με κόκκινο κερί.
Για χρόνια, η ομάδα τελούσε μυστικές τελετές κάθε πανσέληνο. Τα μέλη πίστευαν πως οι επικλήσεις τούς χάριζαν τύχη, χρήματα και επιρροή. Πράγματι, όταν ενηλικιώθηκαν, όλοι τους απέκτησαν ισχυρές θέσεις. Ένας έγινε δικαστής, άλλος γιατρός, κάποιος τραπεζίτης και ένας ακόμη ιδιοκτήτης μεγάλης κατασκευαστικής εταιρείας. Κανείς τους δεν μιλούσε πια για τον Μαύρο Κύκλο. Είχαν οικογένειες, περιουσίες και ονόματα που δεν έπρεπε να λερωθούν.
Η Ελβίρα δεν τους ξέχασε ποτέ.
Έξι δεκαετίες αργότερα, είχε γίνει μια γριά γυναίκα με λευκά μαλλιά και χέρια σημαδεμένα από εγκαύματα. Ζούσε μακριά από το χωριό και είχε ορκιστεί ότι δεν θα ξανάνοιγε το βιβλίο. Όμως η κόρη της, η Μαρίνα, αρρώστησε βαριά. Οι γιατροί τής έδωσαν ελάχιστο χρόνο ζωής. Η ασθένεια είχε εξαπλωθεί και καμία θεραπεία δεν μπορούσε πλέον να τη σταματήσει.
Η Ελβίρα κάθισε για τρεις νύχτες δίπλα στο κρεβάτι της κόρης της, ακούγοντας την αδύναμη αναπνοή της. Την τέταρτη νύχτα πήρε την απόφαση που φοβόταν περισσότερο από τον ίδιο τον θάνατο. Κατέβηκε στο υπόγειο, μετακίνησε ένα παλιό έπιπλο και έβγαλε από μια κρυφή εσοχή το βιβλίο του Μαύρου Κύκλου.
Το δέρμα του εξωφύλλου ήταν ακόμη ζεστό.
Στις τελευταίες σελίδες υπήρχε μια τελετή που υποσχόταν να μεταφέρει την αρρώστια από έναν άνθρωπο σε κάποιον άλλον. Η Ελβίρα ήξερε ότι τίποτε από όσα έδινε το βιβλίο δεν ήταν δωρεάν. Χρειαζόταν την παρουσία όλων των αρχικών μελών και μια προσφορά ζωής κάτω από το φως της πανσελήνου.
Χρησιμοποίησε τον παλιό κώδικα της λέσχης και έστειλε το μήνυμα που είχαν συμφωνήσει όταν ήταν ακόμη παιδιά:
«Ο κύκλος ανοίγει ξανά. Το αίμα θυμάται. Η δέκατη έκτη νύχτα μάς καλεί.»
Τα μηνύματα έφτασαν στα πολυτελή σπίτια και στα γραφεία των παλιών μελών. Κανείς δεν απάντησε θετικά. Ο δικαστής την απείλησε. Ο τραπεζίτης προσφέρθηκε να της δώσει χρήματα για να εξαφανιστεί. Ο γιατρός δήλωσε πως ήταν τρελή. Ο επιχειρηματίας έστειλε δύο άνδρες να της πάρουν το βιβλίο.
Οι άνδρες δεν επέστρεψαν ποτέ.
Τότε τα παλιά μέλη άρχισαν να φοβούνται. Δεν ανησυχούσαν μόνο για τη φήμη τους. Γνώριζαν ότι, αν η Ελβίρα πραγματοποιούσε μόνη της την τελετή, η δύναμη που θα καλούσε ίσως απαιτούσε τα δικά τους χρέη. Για εξήντα χρόνια είχαν ζήσει πλούσια, μα κανένας τους δεν είχε πληρώσει το τίμημα που είχαν υποσχεθεί.
Αποφάσισαν να τη σταματήσουν με κάθε κόστος.
Η Ελβίρα επέστρεψε στο παλιό χωριό δεκαέξι ημέρες πριν από την πανσέληνο. Το αρχοντικό της λέσχης στεκόταν ακόμη στην άκρη του δάσους, μισογκρεμισμένο και καλυμμένο με κισσούς. Στο υπόγειό του υπήρχε ο πέτρινος κύκλος όπου είχαν δώσει τους πρώτους τους όρκους. Η γριά καθάρισε τον χώρο, άναψε μαύρα κεριά και προετοίμασε όσα πίστευε ότι απαιτούσε το παλιό κείμενο.
Είχε φέρει τέσσερις κότες και τρία κουνέλια, όπως ανέφερε η σελίδα της τελετής. Τα ζώα ήταν κλεισμένα σε ξύλινα κλουβιά και η Ελβίρα απέφευγε να τα κοιτάξει. Κάθε φορά που τα άκουγε να κινούνται, τα χέρια της έτρεμαν. Προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της ότι όλα γίνονταν για τη Μαρίνα. Όμως βαθιά μέσα της ήξερε ότι το βιβλίο δεν ζητούσε απλώς μια θυσία. Ήθελε να αποδείξει ότι ήταν ακόμη πρόθυμη να υπακούσει.
Οι παλιοί σύντροφοι έφτασαν στο χωριό δύο ημέρες πριν από την πανσέληνο. Δεν έμοιαζαν πια με φοβισμένα παιδιά. Συνοδεύονταν από σωματοφύλακες, ιδιωτικούς αστυνομικούς και ανθρώπους που μπορούσαν να εξαφανίσουν στοιχεία. Σχεδίαζαν να κάψουν το αρχοντικό, να καταστρέψουν το βιβλίο και να παρουσιάσουν τον θάνατο της Ελβίρας ως ατύχημα.
Το βράδυ της πανσελήνου, η Ελβίρα κατέβηκε μόνη στο υπόγειο. Φορούσε το παλιό μαύρο ένδυμα της λέσχης και κρατούσε το βιβλίο πάνω στο στήθος της. Η κόρη της βρισκόταν στο νοσοκομείο, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, συνδεδεμένη με μηχανήματα.
Όταν το φως του φεγγαριού πέρασε από το άνοιγμα της οροφής και έπεσε στο κέντρο του κύκλου, το βιβλίο άνοιξε μόνο του.
Η Ελβίρα διάβασε τις πρώτες λέξεις.
Οι τοίχοι άρχισαν να τρίζουν. Τα κεριά έσβησαν και ξανάναψαν με γαλάζια φλόγα. Τα ζώα στα κλουβιά αναστατώθηκαν, ενώ από το έδαφος ακούστηκε ένας βαθύς χτύπος, σαν μια τεράστια καρδιά να είχε ξυπνήσει κάτω από το αρχοντικό.
Πριν προχωρήσει, η πόρτα του υπογείου έσπασε.
Τα παλιά μέλη εισέβαλαν στον χώρο. Για μια στιγμή κοιτάχτηκαν όλοι σαν να ήταν και πάλι παιδιά. Η Ελβίρα αναγνώρισε στα γερασμένα πρόσωπά τους τον ίδιο τρόμο που είχαν νιώσει όταν είχαν ανοίξει για πρώτη φορά το βιβλίο.
«Σταμάτα», της είπε ο δικαστής. «Δεν ξέρεις τι θα απελευθερώσεις.»
«Ξέρω τι θα χάσω αν σταματήσω», απάντησε εκείνη.
Ο γιατρός πλησίασε και της αποκάλυψε την αλήθεια. Η τελετή δεν θεράπευε κανέναν. Μετέφερε απλώς τον θάνατο. Για να ζήσει η Μαρίνα, κάποιος άλλος άνθρωπος έπρεπε να πεθάνει στη θέση της. Τα ζώα ήταν μόνο η αρχή, μια προσφορά που άνοιγε την πύλη. Το πραγματικό τίμημα ήταν μία ανθρώπινη ζωή για κάθε χρόνο που θα κέρδιζε η κόρη της.
Η Ελβίρα έμεινε ακίνητη.
Τότε κατάλαβε γιατί οι παλιοί της σύντροφοι είχαν έρθει όλοι μαζί. Δεν ήθελαν μόνο να τη σταματήσουν. Φοβούνταν ότι το βιβλίο θα επέλεγε εκείνους ως πληρωμή για τους όρκους που είχαν εγκαταλείψει.
Η γη άνοιξε στο κέντρο του κύκλου και ένα μαύρο χέρι, λεπτό και αφύσικα μακρύ, άρχισε να ανεβαίνει από το σκοτάδι. Μια φωνή γέμισε το υπόγειο.
«Ο κύκλος άνοιξε. Το χρέος απαιτείται.»
Οι σωματοφύλακες προσπάθησαν να φύγουν, αλλά η πόρτα έκλεισε μόνη της. Οι σκιές των παλιών μελών αποκολλήθηκαν από τα σώματά τους και σύρθηκαν προς το άνοιγμα. Οι ηλικιωμένοι ούρλιαζαν, παρακαλώντας την Ελβίρα να κλείσει το βιβλίο.
Εκείνη κοίταξε τα κλουβιά και ύστερα τη φωτογραφία της κόρης της που κρατούσε μέσα στο ένδυμά της. Δεν μπορούσε να σκοτώσει αθώα πλάσματα ούτε να καταδικάσει άλλους ανθρώπους για να κερδίσει λίγα χρόνια. Η αγάπη της για τη Μαρίνα ήταν αληθινή, αλλά η μαγεία προσπαθούσε να τη μετατρέψει σε εγωισμό και φόνο.
Με όση δύναμη της είχε απομείνει, άρπαξε ένα αναμμένο κερί και το πίεσε πάνω στις σελίδες.
Το βιβλίο άρχισε να καίγεται.
Η οντότητα ούρλιαξε τόσο δυνατά, ώστε τα παράθυρα του χωριού έσπασαν. Οι σκιές επέστρεψαν στα σώματα των μελών, το άνοιγμα έκλεισε και η φωτιά τύλιξε τον πέτρινο κύκλο. Η Ελβίρα άνοιξε τα κλουβιά και άφησε τα ζώα να φύγουν από μια παλιά στοά που οδηγούσε στο δάσος.
Τα παλιά μέλη κατάφεραν να σωθούν, αλλά έχασαν μέσα σε λίγες ημέρες όλα όσα πίστευαν ότι είχαν αποκτήσει με τη βοήθεια της λέσχης. Οι επιχειρήσεις τους κατέρρευσαν, τα εγκλήματά τους αποκαλύφθηκαν και οι περιουσίες τους κατασχέθηκαν. Ο Μαύρος Κύκλος είχε διαλυθεί οριστικά.
Η Μαρίνα πέθανε ήρεμα το επόμενο πρωί, κρατώντας το χέρι της μητέρας της. Πριν αφήσει την τελευταία της αναπνοή, άνοιξε τα μάτια και ψιθύρισε:
«Μη λυπάσαι. Με έσωσες από κάτι χειρότερο.»
Η Ελβίρα έμεινε μόνη, όμως δεν ξανάγγιξε ποτέ τη μαύρη μαγεία. Έζησε τα τελευταία της χρόνια προστατεύοντας το μυστικό του χωριού και φυλάγοντας τα απομεινάρια του βιβλίου μέσα σε ένα μεταλλικό κιβώτιο.
Λένε πως, κάθε πανσέληνο, ακούγεται ακόμη ένας χτύπος κάτω από τα ερείπια του αρχοντικού. Σαν μια καρδιά που περιμένει υπομονετικά να βρεθεί κάποιος άλλος άνθρωπος αρκετά απελπισμένος, ώστε να ανοίξει ξανά τον κύκλο.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

🕯️ Η Σφραγίδα της Υποταγής 🕯️

🩸 Ο Θρόνος της Ήττας των Αγγέλων (+18)

Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ