Οι Δαιμονισμένοι του Μαύρου Μοναστηριού

 




Το γράμμα έφτασε στο Φρούριο της Ασημένιας Σφραγίδας λίγο πριν από την ανατολή. Ήταν τυλιγμένο σε υγρό δέρμα, δεμένο με μαύρο νήμα και σφραγισμένο με το έμβλημα ενός απομακρυσμένου μοναστηριού στα βάθη του Δάσους του Βορρά. Ο αγγελιαφόρος που το μετέφερε είχε ταξιδέψει τρεις ημέρες χωρίς ύπνο. Τα ρούχα του ήταν σκισμένα, τα χέρια του γεμάτα γρατζουνιές και το βλέμμα του τόσο τρομαγμένο, ώστε οι φρουροί δεν χρειάστηκε να τον ρωτήσουν τι είχε συμβεί.
Ο Μέγας Διοικητής Άλντρικ Βαλμόν έσπασε τη σφραγίδα και διάβασε την επιστολή μπροστά στο Συμβούλιο. Ο ηγούμενος Ιερώνυμος ανέφερε ότι δύο μοναχοί είχαν αλλάξει ξαφνικά συμπεριφορά. Ο αδελφός Ματθαίος, ένας ήσυχος άνδρας που περνούσε τις περισσότερες ώρες του στη βιβλιοθήκη, άρχισε να μιλά με φωνές που δεν έμοιαζαν ανθρώπινες. Ο αδελφός Νικόλαος, υπεύθυνος για τους στάβλους, αρνιόταν να φάει, κοιμόταν όρθιος και κάθε νύχτα χάραζε παράξενα σύμβολα στους τοίχους του κελιού του.
Οι μοναχοί πίστευαν ότι οι δύο άνδρες είχαν δαιμονιστεί, όμως κανείς δεν γνώριζε πώς είχε αρχίσει το κακό. Το μόνο κοινό στοιχείο ήταν ότι λίγες ημέρες πριν είχαν επισκεφθεί δύο σπηλιές μέσα στο δάσος, αναζητώντας έναν χαμένο προσκυνητή. Όταν επέστρεψαν, ήταν χλωμοί και σιωπηλοί. Το ίδιο βράδυ άρχισαν οι ψίθυροι.
Στο τέλος του γράμματος υπήρχε μια ακόμη αναφορά. Ένας νεαρός μοναχός είχε δει φως ανάμεσα στα δέντρα και είχε ακολουθήσει τη λάμψη μέχρι μια ερειπωμένη καλύβα. Εκεί είχε διακρίνει μια γυναίκα με μαύρο μανδύα να στέκεται μπροστά σε έναν πέτρινο κύκλο. Η γυναίκα ήταν γνωστή στην περιοχή ως Βαλέρια η Σκοτεινή, μια μάγισσα και φανατική λάτρις δαιμονικών δυνάμεων. Οι κάτοικοι πίστευαν ότι πραγματοποιούσε επικλήσεις μέσα στις σπηλιές και έστελνε τις οντότητες που καλούσε εναντίον όσων πλησίαζαν το δάσος.
Ο Άλντρικ έκλεισε την επιστολή και κοίταξε τους διοικητές του.
«Δεν θα κυνηγήσουμε φήμες», είπε. «Θα βρούμε τι συνέβη στους δύο άνδρες, θα εντοπίσουμε τη μάγισσα και θα σταματήσουμε οτιδήποτε απειλεί το μοναστήρι.»
Για την αποστολή επέλεξε τέσσερις Κυνηγούς. Αρχηγός ήταν ο Έρικ Ντρέβαν, βετεράνος πολεμιστής και έμπειρος διοικητής. Μαζί του ταξίδευαν η Αριάδνη, ειδική στις κρυφές εισόδους και στις αναγνωρίσεις, η Μυρτώ, ανιχνεύτρια με εξαιρετική ακοή, και ο Ρόαν, χαρτογράφος και μελετητής αρχαίων συμβόλων.
Η ομάδα αναχώρησε την ίδια ημέρα. Για έξι νύχτες ακολουθούσαν ένα στενό μονοπάτι ανάμεσα σε παγωμένες λίμνες, σκοτεινά έλατα και βραχώδεις πλαγιές. Όσο πλησίαζαν στο μοναστήρι, το δάσος γινόταν πιο ήσυχο. Δεν ακούγονταν πουλιά, λύκοι ή έντομα. Μόνο ο άνεμος περνούσε ανάμεσα στα κλαδιά, δημιουργώντας ήχους που έμοιαζαν με μακρινές φωνές.
Το Μοναστήρι του Αγίου Ιερωνύμου εμφανίστηκε μέσα στην ομίχλη σαν πέτρινο φάντασμα. Οι τοίχοι του ήταν παλιοί, οι πύργοι του χαμηλοί και τα περισσότερα παράθυρα κλειστά με ξύλινες σανίδες. Στην πύλη περίμενε ο ηγούμενος, κρατώντας ένα φανάρι.
«Ήρθατε αργά», είπε. «Απόψε οι φωνές έγιναν πιο δυνατές.»
Οι Κυνηγοί οδηγήθηκαν πρώτα στα κελιά των δύο μοναχών. Ο Ματθαίος ήταν δεμένος σε ένα ξύλινο κρεβάτι. Τα μάτια του παρέμεναν κλειστά, όμως τα χείλη του κινούνταν συνεχώς. Ψιθύριζε ονόματα ανθρώπων που είχαν πεθάνει πριν από πολλά χρόνια. Όταν ο Ρόαν πλησίασε, ο μοναχός άνοιξε απότομα τα μάτια του.
«Τέσσερις ήρθαν», είπε με μια βαθιά, ξένη φωνή. «Μόνο τρεις θα φύγουν.»
Στο διπλανό κελί ο Νικόλαος καθόταν στο πάτωμα. Γύρω του υπήρχαν χαραγμένα δεκάδες σύμβολα. Ο Ρόαν τα εξέτασε και ανακάλυψε ότι δεν ήταν όλα ίδια. Ορισμένα έδειχναν δύο διαφορετικές τοποθεσίες, σαν χάρτης χωρισμένος στα δύο.
«Οι σπηλιές», είπε. «Κάθε ομάδα συμβόλων αντιστοιχεί σε διαφορετικό σημείο του δάσους.»
Η Μυρτώ βρήκε λάσπη κάτω από τα νύχια των δύο ανδρών. Ήταν κοκκινωπή και περιείχε μικρά κομμάτια λευκής πέτρας. Ο ηγούμενος τους είπε ότι τέτοιο έδαφος υπήρχε μόνο κοντά στις δύο σπηλιές, τη Σπηλιά της Ηχούς και τη Σπηλιά των Νεκρών Ριζών.
Το ίδιο βράδυ, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, ο Ματθαίος άρχισε να ουρλιάζει. Οι πόρτες του μοναστηριού χτύπησαν ταυτόχρονα και όλα τα κεριά έσβησαν. Από το κελί του Νικολάου ακούστηκε ήχος πέτρας που έσπαγε. Όταν οι Κυνηγοί έφτασαν, ο τοίχος πίσω του είχε ανοίξει και από μέσα φαινόταν ένα παλιό υπόγειο πέρασμα.
Ο Νικόλαος στεκόταν όρθιος, παρόλο που οι αλυσίδες του ήταν ακόμη δεμένες στο πάτωμα.
«Εκείνη μας περιμένει», είπε. «Θέλει να φέρετε τη Σφραγίδα σας.»
Ο Έρικ κατάλαβε ότι η μάγισσα γνώριζε ήδη πως οι Κυνηγοί είχαν φτάσει. Η αποστολή τους δεν ήταν πλέον μυστική.
Την αυγή η ομάδα χωρίστηκε. Η Αριάδνη και η Μυρτώ θα ακολουθούσαν τα ίχνη προς τη Σπηλιά της Ηχούς. Ο Έρικ και ο Ρόαν θα εξερευνούσαν τη Σπηλιά των Νεκρών Ριζών. Πριν φύγουν, ο ηγούμενος τους έδωσε δύο παλιά φυλαχτά που είχαν βρεθεί στα θεμέλια του μοναστηριού.
Η Σπηλιά της Ηχούς βρισκόταν πίσω από έναν στενό καταρράκτη. Η Αριάδνη και η Μυρτώ μπήκαν προσεκτικά. Στο εσωτερικό υπήρχαν δεκάδες μικρά πέτρινα αγάλματα, το καθένα με ανοιχτό στόμα. Κάθε φορά που οι Κυνηγοί μιλούσαν, τα αγάλματα επαναλάμβαναν τις λέξεις τους με διαφορετική φωνή. Στο τέλος της στοάς ανακάλυψαν έναν κυκλικό θάλαμο. Εκεί υπήρχε ένας άνδρας δεμένος σε πέτρινο στύλο. Ήταν ο χαμένος προσκυνητής που οι δύο μοναχοί είχαν προσπαθήσει να βρουν.
Ο άνδρας ήταν ζωντανός, αλλά αδύναμος. Τους είπε ότι η Βαλέρια τον είχε χρησιμοποιήσει ως δόλωμα. Όταν οι μοναχοί μπήκαν στη σπηλιά, εκείνη είχε απελευθερώσει μια δαιμονική σκιά που προσκολλήθηκε πάνω τους. Δεν είχε σκοπό να τους σκοτώσει. Ήθελε να τους χρησιμοποιήσει για να ανοίξει το μοναστήρι από μέσα.
Την ίδια ώρα, ο Έρικ και ο Ρόαν έφτασαν στη Σπηλιά των Νεκρών Ριζών. Η είσοδός της ήταν καλυμμένη από τεράστιες ρίζες που έμοιαζαν να κινούνται. Στο εσωτερικό βρήκαν μια μεγάλη αίθουσα γεμάτη καμένα κεριά, σπασμένα αγάλματα και παλιά μοναχικά αντικείμενα. Στο κέντρο υπήρχε ένας πέτρινος βωμός με δύο μαύρες πέτρες. Η μία έφερε χαραγμένο το όνομα του Ματθαίου και η άλλη το όνομα του Νικολάου.
Ο Ρόαν κατάλαβε ότι οι πέτρες κρατούσαν δεμένες τις οντότητες μέσα στους δύο μοναχούς. Αν καταστρέφονταν, οι άνδρες θα απελευθερώνονταν. Αν όμως έσπαζαν με λάθος τρόπο, οι οντότητες θα μπορούσαν να διαφύγουν.
Πριν προλάβουν να ενεργήσουν, η Βαλέρια εμφανίστηκε πίσω από τον βωμό. Ήταν ψηλή, με μακριά μαύρα μαλλιά και έναν μανδύα γεμάτο κόκκινες κλωστές. Τα μάτια της έμοιαζαν γυάλινα.
«Το Τάγμα έστειλε μόνο τέσσερις;» ρώτησε. «Περίμενα περισσότερους.»
Ο Έρικ τράβηξε το ξίφος του.
«Η τελετή σου τελείωσε.»
Η μάγισσα γέλασε και άπλωσε τα χέρια της. Οι ρίζες στους τοίχους ζωντάνεψαν και όρμησαν προς τους Κυνηγούς. Ο Έρικ τις απέκρουσε, ενώ ο Ρόαν προσπάθησε να πλησιάσει τις πέτρες. Η Βαλέρια εξαπέλυσε μια πυκνή μαύρη ομίχλη που γέμισε την αίθουσα. Μέσα από αυτήν εμφανίστηκαν μορφές με μακριά άκρα και άδεια πρόσωπα.
Ο Ρόαν άναψε το φανάρι της Ιερής Σφραγίδας. Το λευκό φως ανάγκασε τις μορφές να υποχωρήσουν. Ο Έρικ έφτασε μέχρι τη μάγισσα και τη χτύπησε στον ώμο, όμως εκείνη εξαφανίστηκε και εμφανίστηκε στην άλλη πλευρά της αίθουσας.
Τότε ακούστηκε η φωνή της Αριάδνης. Εκείνη και η Μυρτώ είχαν φτάσει από μια δεύτερη είσοδο, οδηγώντας μαζί τους τον απελευθερωμένο προσκυνητή. Η Μυρτώ έριξε ένα φωτεινό δοχείο στις ρίζες και η αίθουσα γέμισε λάμψη. Η Βαλέρια ούρλιαξε, καθώς οι σκιές γύρω της άρχισαν να διαλύονται.
Οι Κυνηγοί περικύκλωσαν τον βωμό. Ο Ρόαν τοποθέτησε τα δύο φυλαχτά του μοναστηριού πάνω στις μαύρες πέτρες. Τα σύμβολα άρχισαν να λάμπουν και οι πέτρες ράγισαν ταυτόχρονα. Από μέσα τους βγήκαν δύο σκοτεινές μορφές, όμως αντί να διαφύγουν, παγιδεύτηκαν μέσα στο φως των φυλαχτών.
Μακριά στο μοναστήρι, ο Ματθαίος και ο Νικόλαος κατέρρευσαν. Οι ξένες φωνές σταμάτησαν και τα σύμβολα στους τοίχους άρχισαν να ξεθωριάζουν.
Η Βαλέρια κατάλαβε ότι είχε χάσει τον έλεγχο. Προσπάθησε να φύγει μέσα από μια στενή στοά, αλλά η Αριάδνη είχε ήδη κλείσει την έξοδο. Η μάγισσα επιτέθηκε με ένα μικρό μαύρο ξίφος. Ο Έρικ απέκρουσε το χτύπημα, ενώ η Μυρτώ έστρεψε το φανάρι προς το πρόσωπό της. Η Βαλέρια έχασε την ισορροπία της και έπεσε δίπλα στον βωμό.
Η σπηλιά άρχισε να καταρρέει. Οι ρίζες τραβήχτηκαν μέσα στους τοίχους και η οροφή γέμισε ρωγμές. Οι Κυνηγοί συνέλαβαν τη μάγισσα και την έσυραν έξω μαζί με τον προσκυνητή. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, η είσοδος έκλεισε κάτω από τόνους πέτρας.
Όταν επέστρεψαν στο μοναστήρι, οι δύο μοναχοί είχαν ξυπνήσει. Δεν θυμούνταν καθαρά τι είχε συμβεί, αλλά αναγνώρισαν τον προσκυνητή και ζήτησαν συγχώρεση από τους αδελφούς τους. Ο ηγούμενος Ιερώνυμος ευχαρίστησε τους Κυνηγούς και έδωσε εντολή να σφραγιστεί το υπόγειο πέρασμα.
Η Βαλέρια μεταφέρθηκε στο Φρούριο της Ασημένιας Σφραγίδας για ανάκριση. Στα υπάρχοντά της βρέθηκε ένας χάρτης με πέντε ακόμη μοναστήρια σημειωμένα με μαύρο μελάνι. Δίπλα σε κάθε μοναστήρι υπήρχε το όνομα ενός διαφορετικού δαίμονα.
Ο Άλντρικ μελέτησε τον χάρτη και κατάλαβε ότι η μάγισσα δεν είχε ενεργήσει μόνη της. Κάποιος άλλος είχε οργανώσει τις επικλήσεις και είχε επιλέξει τα μοναστήρια ως στόχους.
Η αποστολή στο Δάσος του Βορρά είχε τελειώσει, αλλά η πραγματική απειλή μόλις είχε αποκαλυφθεί. Οι Κυνηγοί είχαν σώσει δύο ανθρώπους και είχαν σταματήσει τη Βαλέρια, όμως τώρα γνώριζαν ότι μέσα στο βασίλειο υπήρχαν και άλλες σπηλιές, άλλες τελετές και άλλες σκοτεινές δυνάμεις που περίμεναν να ελευθερωθούν.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

🕯️ Η Σφραγίδα της Υποταγής 🕯️

🩸 Ο Θρόνος της Ήττας των Αγγέλων (+18)

Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ