Οι Αναγνώστες των Οστών

 



Στα παλιά χωριά έλεγαν πως ο νεκρός δεν έπαυε να ανήκει στην οικογένειά του όταν έκλεινε το φέρετρο. Παρέμενε δεμένος μαζί της με μια αόρατη κλωστή, η οποία περνούσε μέσα από το χώμα, τύλιγε τα οστά του και έφτανε μέχρι τις καρδιές των ζωντανών συγγενών του. Οι περισσότεροι άνθρωποι πίστευαν πως αυτή η κλωστή ήταν η μνήμη. Οι νεκρομάντες, όμως, γνώριζαν κάτι διαφορετικό. Πίστευαν πως πάνω στα οστά χαραζόταν σιωπηλά το μέλλον ολόκληρης της οικογένειας.
Δεν πλησίαζαν τον τάφο τις πρώτες ημέρες μετά την κηδεία. Ούτε τον πρώτο χρόνο, όταν το πένθος παρέμενε δυνατό και οι συγγενείς επισκέπτονταν συχνά το κοιμητήριο. Περίμεναν υπομονετικά τρία ή τέσσερα χρόνια. Περίμεναν μέχρι το όνομα του νεκρού να ακούγεται λιγότερο μέσα στο σπίτι, μέχρι τα λουλούδια στον τάφο να μαραίνονται χωρίς να αντικαθίστανται και μέχρι οι ζωντανοί να αρχίσουν να πιστεύουν πως ο άνθρωπός τους είχε πλέον αναπαυθεί.
Τότε άρχιζε το πραγματικό τους έργο.
Οι Αναγνώστες των Οστών, όπως αποκαλούσαν τους εαυτούς τους, αποτελούσαν μια κρυφή ομάδα μάγων, νεκρομαντών και σατανιστών που ταξίδευαν από πόλη σε πόλη. Δεν φορούσαν μαύρους μανδύες ούτε κρατούσαν παράξενα σύμβολα που θα μπορούσαν να τους προδώσουν. Την ημέρα έμοιαζαν με συνηθισμένους ανθρώπους. Κάποιος εργαζόταν ως λογιστής, κάποια άλλη ως νοσοκόμα και ένας τρίτος παρουσιαζόταν ως ηλικιωμένος ερευνητής της τοπικής ιστορίας. Μόνο μετά τα μεσάνυχτα αποκάλυπταν την πραγματική τους φύση.
Σε κάθε περιοχή αναζητούσαν τάφους ανθρώπων που είχαν πεθάνει πριν από τρία ή τέσσερα χρόνια. Δεν επέλεγαν τυχαία τους νεκρούς. Μελετούσαν τις οικογένειές τους, τις περιουσίες τους, τους γάμους, τις αρρώστιες και τις παλιές έχθρες τους. Παρακολουθούσαν ποιος συγγενής επισκεπτόταν ακόμη το κοιμητήριο και ποιος είχε σταματήσει να θυμάται. Πίστευαν πως η αδιαφορία των ζωντανών έκανε τα οστά πιο «ομιλητικά», επειδή η ψυχή του νεκρού αισθανόταν εγκαταλελειμμένη και αναζητούσε οποιονδήποτε ήταν πρόθυμος να την ακούσει.
Ένα βροχερό βράδυ του Νοεμβρίου έφτασαν στο κοιμητήριο του Αγίου Νικήτα, έξω από ένα μικρό ορεινό χωριό. Ο νεκρός που αναζητούσαν ονομαζόταν Ιάκωβος Δελήμπασης. Είχε πεθάνει πριν από τρία χρόνια και οκτώ μήνες, αφήνοντας πίσω του τη γυναίκα του, δύο γιους και μια εγγονή. Όσο ζούσε, ο Ιάκωβος έλεγε πως η οικογένειά του κουβαλούσε μια παλιά κατάρα. Κανείς δεν τον πίστευε. Οι συγγενείς του θεωρούσαν τις ιστορίες του αποτέλεσμα της ηλικίας και της μοναξιάς.
Οι νεκρομάντες πίστευαν πως ο ηλικιωμένος γνώριζε την αλήθεια.
Λίγο μετά τις τρεις το πρωί, πέρασαν μέσα από μια σκουριασμένη πλαϊνή πόρτα του κοιμητηρίου. Η βροχή είχε σταματήσει, αλλά το χώμα παρέμενε υγρό και ο αέρας μύριζε κυπαρίσσι, κερί και πέτρα. Μπροστά περπατούσε η αρχηγός τους, μια γυναίκα που αποκαλούσαν Κυρά των Επτά Σιωπών. Κανείς δεν γνώριζε το πραγματικό της όνομα. Λεγόταν πως μπορούσε να κοιτάξει ένα ανθρώπινο οστό και να δει όχι μόνο τον τρόπο με τον οποίο είχε πεθάνει ο κάτοχός του, αλλά και ποιο μέλος της οικογένειάς του θα τον ακολουθούσε πρώτο στον τάφο.
Πίσω της ακολουθούσαν τέσσερις μάγοι κρατώντας σβηστά φανάρια. Δεν χρησιμοποιούσαν φως μέχρι να φτάσουν στον τάφο, επειδή πίστευαν πως οι νεκροί βλέπουν τις φλόγες από κάτω και αρχίζουν να μετακινούνται μέσα στο χώμα.
Ο τάφος του Ιάκωβου βρισκόταν στην παλαιότερη πλευρά του κοιμητηρίου. Η φωτογραφία του είχε ξεθωριάσει και το καντήλι μπροστά από τον σταυρό ήταν σβηστό. Δίπλα στην πλάκα υπήρχε ένα μικρό πήλινο αγγελούδι, δώρο της εγγονής του. Η Κυρά των Επτά Σιωπών το σήκωσε, το κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα και το τοποθέτησε ανάποδα.
«Τώρα δεν μας βλέπει κανείς από πάνω», ψιθύρισε.
Οι υπόλοιποι σχημάτισαν έναν κύκλο γύρω από τον τάφο. Δεν μιλούσαν και δεν έψελναν. Οι τελετές τους δεν βασίζονταν σε δυνατές επικλήσεις αλλά στη σιωπή. Πίστευαν πως κάθε ανθρώπινη λέξη ενοχλούσε τους νεκρούς και αλλοίωνε τα σημάδια που ήταν γραμμένα επάνω στα οστά.
Όταν άνοιξαν τον τάφο, κανείς δεν κοίταξε αμέσως μέσα. Περίμεναν ώσπου ο παγωμένος αέρας να περάσει πάνω από το άνοιγμα. Τότε η γυναίκα γονάτισε και εξέτασε προσεκτικά όσα είχαν απομείνει από τον Ιάκωβο. Δεν την ενδιέφεραν κοσμήματα ή αντικείμενα αξίας. Αναζητούσε ρωγμές, σκούρα σημάδια και παράξενες καμπύλες στην επιφάνεια των οστών.
Σύμφωνα με τις δοξασίες των Αναγνωστών, κάθε μέρος του σκελετού αποκάλυπτε διαφορετικό κομμάτι του μέλλοντος. Το κρανίο συνδεόταν με τα μυστικά της οικογένειας, τα πλευρά με τις ασθένειες και τις προδοσίες, ενώ τα οστά των χεριών υποτίθεται πως μαρτυρούσαν τα εγκλήματα που θα διέπρατταν οι απόγονοι. Δεν υπήρχε πραγματική γνώση πίσω από αυτές τις πεποιθήσεις. Υπήρχε μόνο φόβος, δεισιδαιμονία και η αρρωστημένη βεβαιότητα των ανθρώπων που είχαν αφιερώσει τη ζωή τους στο σκοτάδι.
Η Κυρά των Επτά Σιωπών έσκυψε πάνω από το κρανίο. Στην αριστερή πλευρά του υπήρχε μια λεπτή ρωγμή που κατέβαινε προς το μάτι. Η γυναίκα ακούμπησε τα δάχτυλά της επάνω της και έκλεισε τα μάτια.
Για λίγα δευτερόλεπτα δεν συνέβη τίποτα.
Ύστερα άρχισε να τρέμει.
Είδε τον μεγαλύτερο γιο του Ιάκωβου να στέκεται μέσα σε ένα φλεγόμενο σπίτι. Είδε τον μικρότερο γιο να κρατά ένα μαχαίρι, ενώ πίσω του βρισκόταν μια γυναίκα πεσμένη στο πάτωμα. Είδε τη χήρα του νεκρού να ανοίγει ένα ξύλινο κουτί που ο σύζυγός της είχε κρύψει πριν από τον θάνατό του. Τέλος, είδε την εγγονή, τη δεκαεπτάχρονη Άννα, να στέκεται στην είσοδο του ίδιου κοιμητηρίου και να κοιτάζει κατευθείαν προς το μέρος της.
Η νεκρομάντισσα άνοιξε απότομα τα μάτια.
«Το κορίτσι μάς βλέπει», είπε.
Οι άλλοι γύρισαν προς την πύλη. Το κοιμητήριο ήταν άδειο. Μόνο τα κυπαρίσσια κινούνταν από τον άνεμο.
«Δεν υπάρχει κανείς», απάντησε ένας από τους μάγους.
«Όχι τώρα», είπε εκείνη. «Μας βλέπει από το μέλλον.»
Συνέχισε την εξέταση. Καθώς μετακίνησε το κρανίο, ανακάλυψε κάτω από αυτό ένα μικρό μεταλλικό κουτί. Δεν είχε τοποθετηθεί εκεί κατά την κηδεία. Ήταν πολύ παλιότερο, καλυμμένο με χώμα και σκουριά. Επάνω του υπήρχε χαραγμένο το ίδιο σημάδι που έφερε η Κυρά των Επτά Σιωπών στον καρπό της: ένας κύκλος κομμένος από επτά κάθετες γραμμές.
Για πρώτη φορά, η γυναίκα έδειξε φόβο.
Άνοιξε το κουτί και βρήκε μέσα ένα κομμάτι κιτρινισμένου χαρτιού. Επάνω του ήταν γραμμένα πέντε ονόματα. Ήταν τα ονόματα των μάγων που στέκονταν γύρω από τον τάφο. Τελευταίο βρισκόταν το δικό της, το πραγματικό όνομα που κανείς από τους συντρόφους της δεν γνώριζε.
Κάτω από τα ονόματα υπήρχε μία μόνο φράση:
«Όποιος διαβάζει τα οστά των νεκρών, προσφέρει τα δικά του για ανάγνωση».
Πριν προλάβει να μιλήσει, ακούστηκε ένα τρίξιμο πίσω τους. Οι πέτρινες πλάκες στους διπλανούς τάφους άρχισαν να μετακινούνται. Από το χώμα δεν βγήκαν σώματα ούτε σκελετοί. Αναδύθηκαν σκιές, μακρόστενες και ακανόνιστες, οι οποίες σύρθηκαν επάνω στους σταυρούς και στα κυπαρίσσια. Δεν είχαν πρόσωπα, αλλά από το εσωτερικό τους ακούγονταν δεκάδες ψίθυροι.
Ήταν οι φωνές όλων των νεκρών των οποίων τα οστά είχαν ενοχλήσει οι νεκρομάντες κατά τη διάρκεια των χρόνων.
Οι μάγοι προσπάθησαν να φύγουν, όμως η πύλη του κοιμητηρίου είχε κλείσει. Τα φανάρια τους άναψαν μόνα τους, αποκαλύπτοντας πως γύρω από κάθε μέλος της ομάδας υπήρχαν αποτυπώματα γυμνών ποδιών στο χώμα. Τα ίχνη πλησίαζαν αργά, παρόλο που κανείς δεν φαινόταν να τα δημιουργεί.
Η Κυρά των Επτά Σιωπών κοίταξε ξανά το κρανίο του Ιάκωβου. Η ρωγμή στην επιφάνειά του είχε αλλάξει. Τώρα σχημάτιζε καθαρά το πρόσωπό της.
Τότε κατάλαβε. Ο νεκρός δεν της είχε δείξει το μέλλον της οικογένειάς του. Της είχε δείξει εικόνες για να την κρατήσει κοντά του μέχρι να ξυπνήσουν οι υπόλοιποι. Ο Ιάκωβος γνώριζε πως θα ερχόταν. Είχε αφήσει το μεταλλικό κουτί κάτω από το σώμα του σαν παγίδα και είχε παραδώσει τον τάφο του στους νεκρούς του κοιμητηρίου.
Οι σκιές έπεσαν επάνω στους μάγους.
Το επόμενο πρωί, ο φύλακας βρήκε τον τάφο του Ιάκωβου ανοιχτό. Τα οστά του βρίσκονταν τακτοποιημένα στη θέση τους, χωρίς να λείπει ούτε ένα. Γύρω από τον τάφο, όμως, υπήρχαν πέντε μικροί σωροί από άγνωστα ανθρώπινα οστά. Κανένας δεν μπορούσε να εξηγήσει σε ποιους ανήκαν ή πώς είχαν βρεθεί εκεί.
Λίγες ώρες αργότερα εμφανίστηκε στο κοιμητήριο η εγγονή του Ιάκωβου. Η Άννα πλησίασε τον τάφο κρατώντας το πήλινο αγγελούδι που κάποιος είχε αφήσει ανάποδα. Το τοποθέτησε ξανά στη σωστή θέση και άναψε το καντήλι.
Καθώς ετοιμαζόταν να φύγει, άκουσε τη φωνή του παππού της να έρχεται μέσα από το χώμα.
«Μην κοιτάξεις πίσω σου».
Η Άννα υπάκουσε και περπάτησε μέχρι την έξοδο χωρίς να γυρίσει το κεφάλι της. Πίσω της ακούγονταν κόκαλα να τρίβονται μεταξύ τους και μια γυναικεία φωνή να παρακαλεί να την ελευθερώσουν.
Από εκείνη τη νύχτα οι Αναγνώστες των Οστών εξαφανίστηκαν. Κανείς δεν τους ξαναείδε σε πόλη ή χωριό. Οι ηλικιωμένοι, όμως, λένε ότι κάθε τρία ή τέσσερα χρόνια εμφανίζονται πέντε καινούργιες σκιές στο κοιμητήριο του Αγίου Νικήτα. Περιφέρονται ανάμεσα στους τάφους, σκύβουν πάνω από το χώμα και ψιθυρίζουν τα ονόματα ανθρώπων που δεν έχουν πεθάνει ακόμη.
Και όταν κάποιος επισκέπτης ακούσει το δικό του όνομα, πρέπει να φύγει χωρίς να κοιτάξει πίσω.
Γιατί οι νεκρομάντες μπορεί να μην κατάφεραν να διαβάσουν το μέλλον των νεκρών.
Οι νεκροί, όμως, διάβασαν το δικό τους.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

🕯️ Η Σφραγίδα της Υποταγής 🕯️

🩸 Ο Θρόνος της Ήττας των Αγγέλων (+18)

Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ