Κεφάλαιο 1 – Η Αφύπνιση του Φυλαχτού

 



Η βροχή έπεφτε ασταμάτητα πάνω στη σκεπή του παλιού σπιτιού. Ο άνεμος περνούσε μέσα από τα γέρικα δέντρα και έκανε τα παράθυρα να τρίζουν. Η μητέρα της Λίζας συνέχιζε να βάφει τους τοίχους του κάτω ορόφου, ενώ η Λίζα δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό της το παράξενο βιβλίο που είχε βρει στη σοφίτα.

Το γριμόριο βρισκόταν τώρα πάνω στο ξύλινο γραφείο του παλιού δωματίου. Το δερμάτινο εξώφυλλό του ήταν γεμάτο περίεργα σύμβολα που έμοιαζαν να αλλάζουν μορφή κάθε φορά που τα κοιτούσε για πολλή ώρα.

Το ασημένιο φυλαχτό κρεμόταν από τον λαιμό της.

Καθώς άγγιξε το μέταλλο, ένιωσε έναν δυνατό παλμό να διαπερνά ολόκληρο το σώμα της.

Το βιβλίο άνοιξε μόνο του.

Οι σελίδες άρχισαν να γυρίζουν γρήγορα, σαν να τις φυσούσε ένας αόρατος άνεμος.

Η Λίζα σηκώθηκε απότομα.

— «Μα... πώς γίνεται αυτό;»

Ξαφνικά οι σελίδες σταμάτησαν.

Στο κέντρο εμφανίστηκε ένα μεγάλο κυκλικό σύμβολο γεμάτο άγνωστα γράμματα.

Το φυλαχτό άρχισε να λάμπει με χρυσαφένιο φως.

Το ίδιο φως εξαπλώθηκε στις φλέβες που φαίνονταν στα χέρια της. Για λίγα δευτερόλεπτα όλα γύρω της πάγωσαν. Ο ήχος της βροχής εξαφανίστηκε.

Μόνο η καρδιά της ακουγόταν.

Μέσα στο μυαλό της εμφανίστηκε μια γυναικεία φωνή.

«Το αίμα της οικογένειας επέστρεψε...»

Η Λίζα κοίταξε γύρω της.

Δεν υπήρχε κανείς.

Η φωνή συνέχισε.

«Το γριμόριο σε αναγνώρισε. Το φυλαχτό ξύπνησε. Η κληρονομιά ανήκει πλέον σε εσένα.»

Πριν προλάβει να αντιδράσει, το φως χάθηκε.

Το βιβλίο έκλεισε απότομα.

Η κοπέλα έμεινε ακίνητη προσπαθώντας να καταλάβει τι είχε μόλις συμβεί.

Την ίδια στιγμή, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, μέσα σε ένα εγκαταλελειμμένο πέτρινο μοναστήρι, μια τεράστια αίθουσα φωτιζόταν μόνο από δεκάδες κεριά.

Δώδεκα γυναίκες με μαύρους μανδύες στέκονταν γύρω από έναν πέτρινο κύκλο γεμάτο αρχαία σύμβολα.

Η αρχηγός τους έκλεισε απότομα τα μάτια.

Το μενταγιόν που φορούσε άρχισε να τρέμει.

«Είναι αδύνατον...» ψιθύρισε.

Όλες οι υπόλοιπες την κοίταξαν.

«Τι συνέβη;»

Η αρχηγός άνοιξε αργά τα μάτια της.

«Το φυλαχτό...»

Στην αίθουσα επικράτησε απόλυτη σιωπή.

«Ξύπνησε.»

Μία από τις μάγισσες έκανε ένα βήμα μπροστά.

«Μετά από τετρακόσια χρόνια;»

Η αρχηγός έγνεψε καταφατικά.

«Η κληρονόμος ζει.»

Πλησίασε έναν τεράστιο χάρτη γεμάτο παλιά σύμβολα.

Ένα μικρό χρυσό φως εμφανίστηκε μόνο του πάνω στον χάρτη, δείχνοντας το σημείο όπου βρισκόταν το παλιό σπίτι.

«Τη βρήκαμε.»

Οι υπόλοιπες μάγισσες χαμογέλασαν.

«Να της πάρουμε το γριμόριο;»

Η αρχηγός κούνησε αργά το κεφάλι.

«Όχι μόνο το γριμόριο.»

Σήκωσε το χέρι της προς το φως.

«Θέλω το φυλαχτό. Χωρίς αυτό δεν μπορούμε να ανοίξουμε την Πύλη που έσφραγισε η πρόγονός της πριν από τετρακόσια χρόνια.»

Οι φλόγες των κεριών δυνάμωσαν.

Ο άνεμος πέρασε μέσα από τα σπασμένα παράθυρα.

Η αρχηγός χαμογέλασε.

«Αύριο ξεκινά το κυνήγι.»

Την ίδια στιγμή, χωρίς να γνωρίζει ότι είχε γίνει στόχος μιας πανάρχαιας οργάνωσης, η Λίζα κοίταζε από το παράθυρο τη βροχή.

Το φυλαχτό ζεστάθηκε ξανά.

Κάποιος... την είχε ήδη εντοπίσει.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

🕯️ Η Σφραγίδα της Υποταγής 🕯️

🩸 Ο Θρόνος της Ήττας των Αγγέλων (+18)

Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ