Κεφάλαιο 4 – Ο Πρώτος Κυνηγός
Το πρώτο φως της αυγής άρχισε να διαλύει σιγά σιγά την ομίχλη.
Η βροχή είχε σταματήσει.
Η Λίζα κοίταξε έξω από το παράθυρο.
Οι δώδεκα μάγισσες είχαν εξαφανιστεί.
Δεν υπήρχε κανένα ίχνος τους, μόνο οι μαύροι κύκλοι που είχαν αφήσει στο έδαφος και τα σπασμένα κλαδιά γύρω από το σπίτι.
Το φυλαχτό δεν είχε πάψει ούτε στιγμή να είναι ζεστό.
Η μητέρα της φώναξε από την κουζίνα.
«Λίζα! Έλα να φας κάτι πριν συνεχίσουμε τις δουλειές.»
Η Λίζα έκρυψε το γριμόριο μέσα σε ένα παλιό ξύλινο σεντούκι κάτω από το κρεβάτι της και κατέβηκε.
Δεν ήθελε να ανησυχήσει τη μητέρα της.
Όμως μέσα της ήξερε πως τίποτα δεν ήταν πλέον φυσιολογικό.
Την ίδια ώρα, αρκετά χιλιόμετρα μακριά, μέσα στα ερείπια ενός αρχαίου πύργου, η αρχηγός των σκοτεινών μαγισσών στεκόταν μπροστά σε μια πέτρινη τράπεζα.
Επάνω της βρισκόταν ένας παλιός χάρτης.
Δίπλα του ήταν τοποθετημένα δεκάδες μικρά κρυστάλλινα κομμάτια.
Η αρχηγός άγγιξε έναν από αυτούς.
Αμέσως εμφανίστηκε η εικόνα του παλιού σπιτιού.
«Η προστασία παραμένει ενεργή.»
Μία νεότερη μάγισσα πλησίασε.
«Δεν μπορούμε να περάσουμε το φράγμα.»
Η αρχηγός χαμογέλασε ψυχρά.
«Εμείς όχι.»
Γύρισε προς τη μεγάλη πέτρινη πόρτα του πύργου.
«Αλλά υπάρχει κάποιος που μπορεί.»
Η πόρτα άνοιξε αργά.
Από το σκοτάδι βγήκε ένας ψηλός άνδρας ντυμένος με μαύρο δερμάτινο παλτό.
Στην πλάτη του φορούσε ένα παλιό σπαθί, ενώ στον λαιμό του κρεμόταν ένα ασημένιο μενταγιόν με σπασμένο σύμβολο.
Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο ουλές.
Τα γκρίζα μάτια του δεν έδειχναν κανένα συναίσθημα.
«Με καλέσατε;»
«Ναι.»
Η αρχηγός τον κοίταξε σταθερά.
«Βρες τη Λίζα.»
«Ζωντανή;»
«Αν γίνεται.»
«Και αν αντισταθεί;»
Η μάγισσα δεν απάντησε αμέσως.
Έπειτα είπε μόνο μία λέξη.
«Το φυλαχτό.»
Ο άνδρας έγνεψε.
«Κατάλαβα.»
Χωρίς άλλη κουβέντα, γύρισε και χάθηκε μέσα στο δάσος.
Ήταν γνωστός μόνο με ένα όνομα.
Ο Κυνηγός.
Το ίδιο απόγευμα, η Λίζα βγήκε για πρώτη φορά έξω από το σπίτι.
Ήθελε να καθαρίσει λίγο τον κήπο.
Καθώς απομάκρυνε τα ξερά χόρτα, παρατήρησε κάτι παράξενο.
Κάτω από τις ρίζες μιας παλιάς βελανιδιάς υπήρχε μια πέτρινη πλάκα.
Πάνω της ήταν χαραγμένο το ίδιο σύμβολο με εκείνο του φυλαχτού.
Γονάτισε και ακούμπησε προσεκτικά την πέτρα.
Το φυλαχτό άρχισε να λάμπει.
Ακούστηκε ένας βαθύς μεταλλικός θόρυβος.
Η γη άρχισε να τρέμει.
Η πέτρινη πλάκα μετακινήθηκε αργά προς το πλάι.
Από κάτω αποκαλύφθηκαν πέτρινα σκαλιά που κατέβαιναν βαθιά μέσα στο σκοτάδι.
Ένας παγωμένος αέρας ανέβηκε από τα έγκατα της γης.
Η Λίζα κράτησε σφιχτά το φυλαχτό.
Πριν προλάβει να κατέβει, ένιωσε πως κάποιος την παρακολουθούσε.
Σήκωσε αργά το βλέμμα.
Στην κορυφή του απέναντι λόφου στεκόταν ο άνδρας με το μαύρο παλτό.
Δεν μιλούσε.
Δεν κουνιόταν.
Απλώς την κοιτούσε.
Και όταν τα μάτια τους συναντήθηκαν, ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του.
Το κυνήγι είχε μόλις αρχίσει.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου