Κεφάλαιο 5 – Η Κρύπτη των Προγόνων
Η Λίζα έμεινε για λίγα δευτερόλεπτα ακίνητη.
Ο άνδρας με το μαύρο παλτό στεκόταν ακόμη στην κορυφή του λόφου, χωρίς να κάνει την παραμικρή κίνηση. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα πάνω της.
Το φυλαχτό άρχισε να πάλλεται.
Μια φωνή ακούστηκε ξανά μέσα στο μυαλό της.
«Μπες στην κρύπτη. Εκεί δεν μπορεί να σε ακολουθήσει.»
Η Λίζα κοίταξε άλλη μία φορά προς τον λόφο.
Ο άγνωστος είχε ήδη αρχίσει να κατεβαίνει αργά προς το σπίτι.
Χωρίς να χάσει άλλο χρόνο, κατέβηκε τα πέτρινα σκαλιά και τράβηξε πίσω της τη βαριά πέτρινη πλάκα.
Ένας βαθύς μεταλλικός ήχος αντήχησε καθώς η είσοδος έκλεισε.
Το σκοτάδι ήταν απόλυτο.
Μόνο το φυλαχτό έλαμπε με χρυσαφένιο φως, φωτίζοντας τον στενό διάδρομο.
Οι πέτρινοι τοίχοι ήταν γεμάτοι χαραγμένα σύμβολα. Κάθε λίγα μέτρα υπήρχαν αγάλματα γυναικών που κρατούσαν βιβλία, ραβδιά και φανάρια.
Η Λίζα προχωρούσε αργά.
Ο αέρας μύριζε πέτρα, παλιό ξύλο και υγρασία.
Στο τέλος του διαδρόμου βρέθηκε μπροστά σε μια τεράστια σιδερένια πόρτα.
Πάνω της υπήρχε το ίδιο σύμβολο που ήταν χαραγμένο στο φυλαχτό.
Μόλις το ακούμπησε, η πόρτα άρχισε να ανοίγει αργά.
Ένας τεράστιος υπόγειος θάλαμος αποκαλύφθηκε μπροστά της.
Χιλιάδες βιβλία βρίσκονταν τοποθετημένα σε πανύψηλες βιβλιοθήκες από μαύρη βελανιδιά.
Κρυστάλλινα δοχεία με πολύχρωμα βότανα, παλιά χειρόγραφα, χάρτες και παράξενα όργανα ήταν τακτοποιημένα σε μεγάλους ξύλινους πάγκους.
Στο κέντρο της αίθουσας υπήρχε ένα πέτρινο βάθρο.
Επάνω του ακουμπούσε ένας μεγάλος κρύσταλλος που έλαμπε με λευκό φως.
Η Λίζα πλησίασε διστακτικά.
Μόλις άγγιξε τον κρύσταλλο, ολόκληρη η αίθουσα φωτίστηκε.
Γύρω της εμφανίστηκαν δεκάδες φωτεινές μορφές.
Δεν ήταν φαντάσματα.
Ήταν μαγικές αναμνήσεις των προγόνων της.
Μία γυναίκα με μακριά ασημένια μαλλιά προχώρησε μπροστά.
«Καλώς ήρθες, Λίζα.»
Η κοπέλα έκανε ένα βήμα πίσω.
«Με γνωρίζεις;»
Η γυναίκα χαμογέλασε.
«Σε περιμέναμε τέσσερις αιώνες.»
«Ποια είσαι;»
«Είμαι η Άρια. Εγώ δημιούργησα το γριμόριο και το φυλαχτό πριν από τετρακόσια χρόνια.»
Η Λίζα δεν μπορούσε να πιστέψει όσα έβλεπε.
«Γιατί τα έκρυψες;»
Η Άρια σήκωσε το χέρι της.
Στον αέρα εμφανίστηκε μια εικόνα από έναν μεγάλο πόλεμο. Άνθρωποι με μαγικές δυνάμεις μάχονταν ανάμεσα σε αρχαίους πύργους, ενώ φωτεινές και σκοτεινές δυνάμεις συγκρούονταν.
«Μερικοί αναζητούσαν τη γνώση για να προστατεύσουν τον κόσμο. Άλλοι ήθελαν να την χρησιμοποιήσουν για να κυριαρχήσουν. Όταν κατάλαβα ότι το γριμόριο μπορούσε να πέσει σε λάθος χέρια, το έκρυψα μαζί με το φυλαχτό.»
«Και τώρα;»
«Τώρα οι Σκοτεινές Μάγισσες επέστρεψαν.»
Η Άρια την κοίταξε σοβαρά.
«Αυτό που κυνηγούν δεν είναι μόνο το γριμόριο.»
«Τότε τι θέλουν;»
Η εικόνα άλλαξε.
Εμφανίστηκε μια τεράστια πέτρινη πύλη σφραγισμένη με επτά φωτεινές σφραγίδες.
«Πίσω από αυτή την Πύλη βρίσκεται ένα αρχαίο μυστικό που δεν πρέπει να απελευθερωθεί ποτέ.»
Πριν προλάβει να συνεχίσει, ένας δυνατός κρότος ακούστηκε από την είσοδο της κρύπτης.
Ολόκληρος ο υπόγειος θάλαμος σείστηκε.
Σκόνη έπεσε από την οροφή.
Η Άρια γύρισε απότομα προς τον διάδρομο.
Το πρόσωπό της σκοτείνιασε.
«Είναι ήδη εδώ...»
Ένας δεύτερος, ακόμη δυνατότερος κρότος αντήχησε μέσα στην κρύπτη.
Κάποιος προσπαθούσε να σπάσει τη σφραγισμένη είσοδο.
Η Λίζα έσφιξε το φυλαχτό στο χέρι της.
Για πρώτη φορά κατάλαβε ότι δεν είχε πλέον χρόνο να κρύβεται.
Ο πόλεμος που είχε αρχίσει πριν από τετρακόσια χρόνια μόλις είχε επιστρέψει.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου