Κεφάλαιο 6 – Ο Φύλακας της Κρύπτης

 



Ο τρίτος δυνατός κρότος έκανε ολόκληρη την υπόγεια κρύπτη να σειστεί.

Πέτρες έπεσαν από την οροφή.

Η λευκή λάμψη του μεγάλου κρυστάλλου άρχισε να τρεμοπαίζει, ενώ τα χιλιάδες βιβλία στις βιβλιοθήκες έμοιαζαν να πάλλονται σαν να είχαν αποκτήσει ζωή.

Η Λίζα γύρισε προς τη μεγάλη σιδερένια πόρτα.

«Μπαίνουν μέσα;»

Η Άρια έμεινε ήρεμη.

«Όχι ακόμη. Οι σφραγίδες αντέχουν, αλλά δεν θα κρατήσουν για πολύ.»

Ο θόρυβος δυνάμωσε.

Κάτι χτυπούσε την εξωτερική πύλη με απίστευτη δύναμη.

Η Άρια πλησίασε τον λευκό κρύσταλλο και ακούμπησε το χέρι της επάνω του.

Ο κρύσταλλος άστραψε.

Οι χαραγμένοι κύκλοι στο πέτρινο πάτωμα φωτίστηκαν ο ένας μετά τον άλλο.

Ένας βαθύς μεταλλικός ήχος αντήχησε σε ολόκληρη την κρύπτη.

Από το κέντρο του δωματίου άρχισε να αναδύεται μια τεράστια πέτρινη μορφή.

Η Λίζα έκανε δύο βήματα πίσω.

Το άγαλμα ξεπερνούσε τα τρία μέτρα ύψος.

Ήταν ντυμένο με αρχαία πανοπλία από μαύρη πέτρα και κρατούσε ένα τεράστιο σπαθί, γεμάτο φωτεινά σύμβολα.

Τα μάτια του ήταν κλειστά.

Η Άρια μίλησε με σταθερή φωνή.

«Ύστερα από τετρακόσια χρόνια... ήρθε η ώρα να ξυπνήσεις.»

Το φυλαχτό της Λίζας άρχισε να λάμπει πιο έντονα από ποτέ.

Μια λεπτή χρυσή ακτίνα έφυγε από το μενταγιόν και χτύπησε το μέτωπο του πέτρινου πολεμιστή.

Για λίγα δευτερόλεπτα δεν συνέβη τίποτα.

Ύστερα...

Τα μάτια του άνοιξαν.

Έλαμπαν με χρυσό φως.

Ολόκληρη η κρύπτη γέμισε από μια βαθιά, βροντερή φωνή.

«Ποιος με κάλεσε;»

Η Λίζα ένιωσε τη γη να τρέμει κάτω από τα πόδια της.

Η Άρια έδειξε τη νεαρή κοπέλα.

«Η τελευταία κληρονόμος.»

Ο γίγαντας γονάτισε μπροστά στη Λίζα.

«Είμαι ο Όριν.»

«Ο πρώτος φύλακας της Κρύπτης.»

«Η αποστολή μου είναι να προστατεύω το γριμόριο και κάθε νόμιμο κληρονόμο.»

Η Λίζα τον κοίταζε χωρίς να μπορεί να μιλήσει.

Ο Όριν σηκώθηκε αργά.

«Οι εχθροί βρίσκονται στην είσοδο.»

Την ίδια στιγμή ακούστηκε ένας εκκωφαντικός θόρυβος.

Η εξωτερική πύλη ράγισε.

Από τις χαραμάδες άρχισε να περνά μαύρος καπνός.

Η Άρια γύρισε απότομα.

«Δεν είναι οι μάγισσες.»

«Τότε ποιος είναι;» ρώτησε η Λίζα.

Ο Όριν έσφιξε το πέτρινο σπαθί του.

«Ο Κυνηγός.»

Ένα δυνατό χτύπημα έκανε την πύλη να σπάσει.

Σκόνη γέμισε τον διάδρομο.

Μέσα από το σύννεφο εμφανίστηκε ο άνδρας με το μαύρο παλτό.

Στο δεξί του χέρι κρατούσε ένα αρχαίο ξίφος, ενώ στο αριστερό φορούσε ένα μεταλλικό γάντι γεμάτο χαραγμένα σύμβολα.

Δεν έδειχνε φόβο.

Το βλέμμα του ήταν καρφωμένο μόνο στη Λίζα.

«Παράδωσε το φυλαχτό.»

Η φωνή του ήταν ήρεμη.

Η Λίζα έκανε ένα βήμα πίσω.

«Όχι.»

Ο Κυνηγός χαμογέλασε ελάχιστα.

«Τότε θα χρειαστεί να το πάρω μόνος μου.»

Ο Όριν στάθηκε μπροστά της σαν αδιαπέραστο τείχος.

Η πέτρινη λεπίδα του άστραψε.

«Για να την αγγίξεις...»

Η φωνή του αντήχησε σε ολόκληρη την κρύπτη.

«...θα πρέπει πρώτα να περάσεις από εμένα.»

Για πρώτη φορά, ο Κυνηγός σήκωσε το ξίφος του σε στάση μάχης.

Η πρώτη μεγάλη σύγκρουση είχε μόλις αρχίσει.


όλα τα κείμενα

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

🕯️ Η Σφραγίδα της Υποταγής 🕯️

🩸 Ο Θρόνος της Ήττας των Αγγέλων (+18)

Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ