Το Μοναστήρι των Σβησμένων Κεριών
Η καταιγίδα είχε σκεπάσει τα δυτικά βουνά του Άρντεν όταν ένας τραυματισμένος αγγελιαφόρος έφτασε στις πύλες του Φρουρίου της Ασημένιας Σφραγίδας. Το άλογό του κατέρρευσε στην αυλή και ο ίδιος μόλις κατάφερε να παραδώσει ένα βρεγμένο γράμμα στους φρουρούς. Η επιστολή είχε σταλεί από την Εκκλησία του Αγίου Μάρκου, μια μικρή ενορία κοντά στο εγκαταλειμμένο Μοναστήρι των Επτά Κεριών. Ο τοπικός ιερέας ανέφερε ότι κάθε νύχτα ακούγονταν ψαλμωδίες μέσα από το ερειπωμένο μοναστήρι, παρόλο που το κτίσμα ήταν άδειο εδώ και εξήντα χρόνια. Τρεις κάτοικοι είχαν εξαφανιστεί, ενώ όσοι πλησίαζαν την περιοχή επέστρεφαν μπερδεμένοι, χωρίς να θυμούνται τι είχαν δει.
Ο Μέγας Διοικητής Άλντρικ Βαλμόν συγκάλεσε αμέσως το Συμβούλιο. Οι λόγιοι άνοιξαν τα παλιά χρονικά και βρήκαν μια ξεχασμένη αναφορά. Το μοναστήρι είχε κλείσει όταν ο τελευταίος ηγούμενός του, ο πατέρας Σεβαστιανός, κατηγορήθηκε ότι πραγματοποιούσε μυστικές τελετές στα υπόγεια. Πριν συλληφθεί, εξαφανίστηκε μαζί με επτά μοναχούς. Λίγες ημέρες αργότερα, φωτιά κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος του κτιρίου. Κανένα σώμα δεν βρέθηκε.
Ο Άλντρικ επέλεξε τέσσερις Κυνηγούς για την αποστολή. Αρχηγός ήταν ο Έρικ Ντρέβαν, βετεράνος δεκάδων επιχειρήσεων. Μαζί του θα ταξίδευαν η Αριάδνη, ειδική στις μυστικές εισόδους, η Μυρτώ, ανιχνεύτρια με εξαιρετική ακοή, και ο Ρόαν, χαρτογράφος και γνώστης αρχαίων συμβόλων. Η διαταγή ήταν σαφής: θα εντόπιζαν τους αγνοουμένους, θα ανακάλυπταν την πηγή των ψαλμωδιών και θα έκλειναν οτιδήποτε κρυβόταν κάτω από το μοναστήρι.
Οι τέσσερις Κυνηγοί αναχώρησαν πριν από την αυγή. Για τέσσερις ημέρες ακολουθούσαν έναν παλιό ορεινό δρόμο, περνώντας μέσα από έλατα, βαθιά φαράγγια και εγκαταλειμμένα χωριά. Όσο πλησίαζαν στον προορισμό τους, η θερμοκρασία έπεφτε και η ομίχλη γινόταν πυκνότερη. Την πέμπτη ημέρα έφτασαν στην Εκκλησία του Αγίου Μάρκου. Ο ιερέας τούς υποδέχθηκε στην πόρτα κρατώντας ένα φανάρι. Το πρόσωπό του ήταν χλωμό και τα χέρια του έτρεμαν.
«Κάθε βράδυ ανάβουν επτά φώτα στα παράθυρα του μοναστηριού», τους είπε. «Μετά αρχίζουν οι φωνές. Όποιος τις ακούσει για πολλή ώρα, σηκώνεται και περπατά προς το βουνό.»
Ο Έρικ ζήτησε να δει τα σπίτια των αγνοουμένων. Στο πρώτο σπίτι η Μυρτώ βρήκε λάσπη στο πάτωμα και ίχνη που οδηγούσαν έξω από το παράθυρο. Στο δεύτερο υπήρχαν επτά μικρές γραμμές χαραγμένες στην ξύλινη πόρτα. Στο τρίτο σπίτι ανακάλυψαν ένα κομμάτι μαύρου κεριού κάτω από το κρεβάτι. Ο Ρόαν το εξέτασε προσεκτικά. Πάνω του υπήρχε σκαλισμένο το ίδιο έμβλημα που εμφανιζόταν στα παλιά χρονικά του μοναστηριού: ένας κύκλος με επτά φλόγες και ένα κλειστό μάτι στο κέντρο.
Το σούρουπο οι Κυνηγοί ξεκίνησαν για το μοναστήρι. Το κτίσμα βρισκόταν πάνω σε έναν απότομο λόφο, περιτριγυρισμένο από νεκρά δέντρα. Οι τοίχοι ήταν μαυρισμένοι από τη φωτιά και η κεντρική πύλη είχε καταρρεύσει. Παρ’ όλα αυτά, επτά παράθυρα στον επάνω όροφο έλαμπαν μέσα στην ομίχλη. Κανείς δεν μιλούσε. Δεν ακούγονταν βήματα ούτε κινήσεις. Μόνο μια αργή ψαλμωδία που ερχόταν από το εσωτερικό.
Η ομάδα μπήκε από μια πλαϊνή πόρτα. Το κεντρικό παρεκκλήσι ήταν γεμάτο σκόνη, πεσμένες πέτρες και σπασμένα στασίδια. Μπροστά στο ιερό υπήρχαν επτά αναμμένα κεριά. Οι φλόγες τους δεν κινούνταν, παρόλο που ο άνεμος περνούσε μέσα από τα σπασμένα παράθυρα. Η Αριάδνη πλησίασε το πρώτο κερί και είδε μέσα στο λιωμένο κερί ένα ανθρώπινο δόντι. Στο δεύτερο υπήρχε μια τούφα μαλλιών. Στο τρίτο βρισκόταν ένα μικρό κομμάτι υφάσματος που ανήκε σε έναν από τους αγνοουμένους.
Ξαφνικά η κεντρική πόρτα έκλεισε με δύναμη. Οι ψαλμωδίες σταμάτησαν και από τον επάνω όροφο ακούστηκαν αργά βήματα. Επτά φιγούρες εμφανίστηκαν στην κατεστραμμένη σκάλα. Φορούσαν παλιούς μοναχικούς μανδύες και τα πρόσωπά τους ήταν κρυμμένα κάτω από βαθιές κουκούλες. Στο κέντρο τους στεκόταν ένας ψηλός άνδρας με ασημένια μαλλιά και μαύρα μάτια.
«Περιμέναμε τους Κυνηγούς», είπε. «Η Σφραγίδα σας κρατά κλειστή την πύλη μας. Χρειαζόμασταν κάποιον να τη φέρει εδώ.»
Ο Έρικ τράβηξε το ξίφος του, αλλά ο Ρόαν τον σταμάτησε. Κοίταξε το έμβλημα πάνω στον μανδύα του άνδρα και κατάλαβε ποιος ήταν.
«Πατέρας Σεβαστιανός», είπε.
Ο άνδρας χαμογέλασε. Είχε παραμείνει ζωντανός για εξήντα χρόνια, τρεφόμενος από τη δύναμη που υπήρχε κάτω από το μοναστήρι. Οι επτά μοναχοί που τον ακολουθούσαν δεν ήταν πλέον άνθρωποι. Είχαν μετατραπεί σε άδειες μορφές, δεμένες με τα κεριά που έκαιγαν στο παρεκκλήσι. Κάθε νέο θύμα τούς πρόσφερε μνήμη, φωνή και λίγες ακόμη ημέρες ύπαρξης.
Οι μοναχοί κατέβηκαν τη σκάλα. Η Μυρτώ άνοιξε το φανάρι της και μια λευκή φλόγα γέμισε την αίθουσα. Οι σκοτεινές μορφές υποχώρησαν, καλύπτοντας τα πρόσωπά τους. Ο Έρικ όρμησε προς τον Σεβαστιανό, ενώ η Αριάδνη και ο Ρόαν προσπάθησαν να σβήσουν τα επτά κεριά. Μόλις η Αριάδνη έσβησε το πρώτο, ένας από τους μοναχούς κατέρρευσε. Από τον μανδύα του δεν βγήκε σώμα, αλλά μια πυκνή μαύρη ομίχλη που χάθηκε μέσα στις ρωγμές του πατώματος.
Το δεύτερο κερί ήταν στερεωμένο πάνω σε μια πέτρινη βάση. Ο Ρόαν το χτύπησε με τη λαβή του σπαθιού του και το έσπασε. Ένας ακόμη μοναχός εξαφανίστηκε. Ο Σεβαστιανός κατάλαβε τι έκαναν και έριξε τον Έρικ πάνω στα στασίδια. Ύστερα σήκωσε τα χέρια του και οι τοίχοι του μοναστηριού άρχισαν να τρέμουν. Από το πάτωμα υψώθηκαν μαύρες ρίζες που τυλίχθηκαν γύρω από τα πόδια των Κυνηγών.
Η Μυρτώ χρησιμοποίησε το φανάρι για να κάψει τις ρίζες, ενώ η Αριάδνη έσβησε το τρίτο και το τέταρτο κερί. Οι φλόγες έσβηναν, αλλά μαζί τους κατέρρεε και το μοναστήρι. Κομμάτια της οροφής έπεφταν γύρω τους. Ο Ρόαν εντόπισε μια καταπακτή πίσω από το ιερό. Πάνω της ήταν χαραγμένο το έμβλημα με τις επτά φλόγες.
«Οι αγνοούμενοι βρίσκονται κάτω από εμάς», φώναξε.
Η Αριάδνη άνοιξε την καταπακτή και κατέβηκε σε έναν στενό διάδρομο. Βρήκε τους τρεις κατοίκους δεμένους μέσα σε έναν πέτρινο θάλαμο. Ήταν ζωντανοί, αλλά δεν αντιδρούσαν στις φωνές της. Γύρω τους υπήρχαν δεκάδες σβηστά κεριά, καθένα με ένα όνομα χαραγμένο στη βάση του. Ορισμένα ονόματα είχαν γραφτεί πριν από πολλές δεκαετίες.
Στο παρεκκλήσι ο Έρικ αντιμετώπιζε ξανά τον Σεβαστιανό. Ο παλιός ηγούμενος κινήθηκε με αφύσικη ταχύτητα και τον χτύπησε στο στήθος. Ο Έρικ έπεσε, αλλά πριν ο αντίπαλός του προλάβει να επιτεθεί ξανά, η Μυρτώ έστρεψε τη λευκή φλόγα προς το πρόσωπό του. Ο Σεβαστιανός ούρλιαξε και υποχώρησε. Ο Ρόαν έσβησε το πέμπτο κερί και έσπασε το έκτο με το σπαθί του. Μόνο μία φλόγα απέμενε.
Ο Σεβαστιανός έτρεξε προς το τελευταίο κερί. Το άρπαξε και το κράτησε πάνω από την καταπακτή.
«Αν σβήσει, η πύλη θα ανοίξει», είπε. «Όλοι θα χαθείτε μαζί μου.»
Ο Ρόαν κοίταξε τα σύμβολα στο πάτωμα και κατάλαβε ότι έλεγε ψέματα. Το κερί δεν κρατούσε κλειστή την πύλη. Τροφοδοτούσε τη δύναμή της. Ο Έρικ σηκώθηκε και όρμησε πάνω στον Σεβαστιανό. Οι δύο άνδρες έπεσαν δίπλα στην καταπακτή. Το κερί κύλησε στο πάτωμα. Η Μυρτώ το πάτησε και η τελευταία φλόγα έσβησε.
Μια κραυγή ακούστηκε από τα θεμέλια του μοναστηριού. Οι επτά μορφές διαλύθηκαν ταυτόχρονα και ο Σεβαστιανός άρχισε να γερνά μπροστά στα μάτια των Κυνηγών. Το πρόσωπό του γέμισε ρυτίδες, τα μαλλιά του έπεσαν και το σώμα του μετατράπηκε σε στάχτη μέσα στον μαύρο μανδύα. Οι πέτρινες πλάκες γύρω από την καταπακτή ράγισαν. Από τα βάθη ανέβαινε ένας άνεμος γεμάτος ψιθύρους.
Η Αριάδνη ανέβηκε από το υπόγειο μαζί με τους τρεις αγνοουμένους. Οι Κυνηγοί τούς σήκωσαν και έτρεξαν προς την έξοδο. Πίσω τους, το παρεκκλήσι κατέρρεε. Ο πύργος λύγισε και έπεσε πάνω στη στέγη, ενώ μια μαύρη φλόγα υψώθηκε για λίγες στιγμές από το υπόγειο. Η ομάδα κατέβηκε τον λόφο πριν ολόκληρο το μοναστήρι χαθεί μέσα σε σύννεφο σκόνης και στάχτης.
Το επόμενο πρωί οι αγνοούμενοι ξύπνησαν στην Εκκλησία του Αγίου Μάρκου. Δεν θυμούνταν πώς είχαν φτάσει στο μοναστήρι. Θυμούνταν μόνο μια φωνή που τους υποσχόταν ότι θα έβλεπαν ξανά ανθρώπους που είχαν χάσει. Οι Κυνηγοί επέστρεψαν στα ερείπια και σφράγισαν την είσοδο του υπόγειου θαλάμου. Ο Ρόαν πήρε μαζί του ένα από τα σβηστά κεριά και έναν καμένο κατάλογο με δεκάδες ονόματα.
Όταν η ομάδα επέστρεψε στο Φρούριο της Ασημένιας Σφραγίδας, ο Άλντρικ διάβασε την αναφορά χωρίς να μιλήσει. Τα ονόματα του καταλόγου ανήκαν σε ανθρώπους που είχαν εξαφανιστεί σε διαφορετικές περιοχές του βασιλείου. Δίπλα σε κάθε όνομα υπήρχε το σύμβολο ενός διαφορετικού μοναστηριού. Το Μοναστήρι των Επτά Κεριών δεν ήταν το μοναδικό μέρος όπου είχε πραγματοποιηθεί η τελετή.
Ο Μέγας Διοικητής έκλεισε το βιβλίο και κοίταξε τους τέσσερις Κυνηγούς.
«Ξεκουραστείτε απόψε», είπε. «Αύριο ξεκινάμε να αναζητούμε τα υπόλοιπα μοναστήρια.»
Την ίδια ώρα, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά, μέσα σε έναν εγκαταλειμμένο ναό κοντά στη θάλασσα, ένα μαύρο κερί άναψε μόνο του. Μια σκιά στάθηκε μπροστά στη φλόγα και ψιθύρισε ένα νέο όνομα. Κανείς δεν άκουσε τη φωνή της. Κανείς δεν είδε την πόρτα του ναού να ανοίγει. Όμως πριν ξημερώσει, ένας ακόμη άνθρωπος είχε εξαφανιστεί.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου