Ο Αιώνιος Φύλακας Κεφάλαιο 2 (Το Γριμόριο των Κατακομβών,)
Οι αλυσίδες πάνω στον πέτρινο τάφο έσπασαν με εκκωφαντικό θόρυβο.
Τα κομμάτια του μετάλλου χτύπησαν στους τοίχους και έπεσαν ανάμεσα στα λιωμένα κεριά. Η κόκκινη λάμψη του γριμορίου δυνάμωσε, βάφοντας τον υπόγειο θάλαμο σαν να είχε γεμίσει με αίμα.
Η Μόρα έκανε ένα βήμα πίσω.
Κάτω από το βιβλίο, το καπάκι του τάφου άρχισε να ανασηκώνεται.
Πρώτα εμφανίστηκε ένα χέρι σκελετωμένο, τυλιγμένο με μαυρισμένους επιδέσμους. Ύστερα ένα δεύτερο. Τα δάχτυλα έπιασαν τις άκρες της πέτρας και έσπρωξαν με δύναμη που κανένα νεκρό σώμα δεν θα μπορούσε να έχει.
Το κάλυμμα γλίστρησε στο πάτωμα και έσπασε στα δύο.
Από τον τάφο σηκώθηκε ο Άλμπρεχτ Βάντεν.
Η πανοπλία του ήταν σκουριασμένη και ενωμένη με τα οστά του. Στο στήθος υπήρχε ακόμη το έμβλημα των Ιπποτών της Ιερής Εξέτασης, ένας ασημένιος σταυρός διαπερασμένος από ξίφος. Το μισό του πρόσωπο είχε σαπίσει, ενώ το άλλο μισό ήταν καλυμμένο από ξερό, γκρίζο δέρμα.
Τα μάτια του όμως δεν ήταν νεκρά.
Έκαιγαν με μια μπλε φωτιά.
Ο Κρόβεν σήκωσε το όπλο του.
«Μη!» φώναξε η Μόρα.
Ήταν αργά.
Ο Κρόβεν πυροβόλησε τρεις φορές.
Οι σφαίρες χτύπησαν τον Άλμπρεχτ στο στήθος. Ο νεκρός ιππότης τινάχτηκε ελαφρά, αλλά δεν έπεσε. Κοίταξε αργά τις τρύπες στην πανοπλία του και ύστερα στράφηκε προς τον άνδρα.
«Βέβηλε», είπε.
Με μία απότομη κίνηση άπλωσε το χέρι του.
Ο Κρόβεν σηκώθηκε από το έδαφος σαν να τον είχε πιάσει μια αόρατη δύναμη. Το όπλο έπεσε από τα δάχτυλά του. Το σώμα του αιωρήθηκε για λίγα δευτερόλεπτα και ύστερα εκτοξεύτηκε στον απέναντι τοίχο.
Ακούστηκε ένας στεγνός κρότος.
Ο άνδρας σωριάστηκε ανάμεσα στα κρανία, με τον λαιμό του σπασμένο.
Οι υπόλοιποι πάγωσαν.
Ο Άλμπρεχτ βγήκε από τον τάφο. Με κάθε βήμα του, η πέτρα κάτω από τα πόδια του μαύριζε.
«Τετρακόσια χρόνια», είπε. «Τετρακόσια χρόνια περίμενα μέσα στο σκοτάδι, ακούγοντας αυτό το καταραμένο βιβλίο να ψιθυρίζει μέσα στο κεφάλι μου.»
Η φωνή του έμοιαζε να έρχεται από πολύ βαθιά, σαν να μιλούσε μέσα από υπόγειο πηγάδι.
Ο Σεβέριαν δεν έδειξε φόβο.
«Τότε γνωρίζεις τη δύναμή του.»
Ο Άλμπρεχτ γύρισε προς το μέρος του.
«Γνωρίζω την πείνα του.»
Το γριμόριο βρισκόταν ακόμη πάνω στον τάφο. Το δερμάτινο εξώφυλλο άνοιξε μόνο του. Οι σελίδες γύρισαν γρήγορα, παρόλο που δεν υπήρχε άνεμος.
Μαύρα γράμματα εμφανίστηκαν πάνω στο χαρτί.
Πλησίασε, εκλεκτέ μου.
Ο Σεβέριαν άκουσε τη φράση μέσα στο μυαλό του.
Κανείς άλλος δεν φάνηκε να την ακούει.
Έκανε ένα βήμα προς το βιβλίο.
Ο πατέρας Ιερεμίας τον άρπαξε από τον ώμο.
«Μην το αγγίξεις.»
Ο Σεβέριαν γύρισε απότομα και τον έσπρωξε.
«Αυτός είναι ο λόγος που ήρθαμε.»
«Δεν καταλαβαίνεις. Το βιβλίο δεν σου μιλά επειδή σε διάλεξε. Σου μιλά επειδή σε χρειάζεται.»
Ο Άλμπρεχτ χαμογέλασε με το μισό του στόμα.
«Ο ιερέας λέει την αλήθεια.»
Ο Σεβέριαν τον κοίταξε.
«Εσύ το άκουσες όταν το βρήκες.»
Η μπλε φωτιά στα μάτια του ιππότη τρεμόπαιξε.
Για μια στιγμή, η έκφρασή του άλλαξε.
Δεν ήταν πια οργή.
Ήταν ντροπή.
«Το βρήκα σε ένα χωριό που δεν υπήρχε σε κανέναν χάρτη», είπε. «Οι κάτοικοί του είχαν σταματήσει να γερνούν. Τα χωράφια τους έδιναν σοδειά χωρίς νερό. Οι νεκροί τους περπατούσαν δίπλα στους ζωντανούς.»
Η Μόρα τον κοίταξε προσεκτικά.
«Τι συνέβη στο χωριό;»
«Το κάψαμε.»
Ο πατέρας Ιερεμίας κατέβασε το βλέμμα.
Ο Άλμπρεχτ συνέχισε.
«Πιστέψαμε ότι καταστρέψαμε την πηγή του κακού. Όμως μέσα στην κρύπτη της εκκλησίας βρήκαμε αυτό.»
Έδειξε το γριμόριο.
«Το ονομάσαμε Liber Tenebrarum. Το Βιβλίο των Σκοτεινών Θυρών.»
Η Μόρα είχε διαβάσει αυτό το όνομα μόνο μία φορά, σε έναν μισοκαμένο κώδικα που φυλασσόταν στα αρχεία της Όλοζον.
«Οι Σκοτεινές Θύρες», ψιθύρισε. «Τα περάσματα ανάμεσα στον κόσμο των ζωντανών και σε ό,τι βρίσκεται έξω από αυτόν.»
Ο Άλμπρεχτ έγνεψε.
«Το βιβλίο δεν περιέχει απλώς ξόρκια. Είναι κλειδί. Κάθε σελίδα ανοίγει και μία πύλη.»
«Και γιατί δεν το κάψατε;» ρώτησε ένας από τους άνδρες της αίρεσης.
Ο ιππότης τον κοίταξε.
«Προσπαθήσαμε.»
Για πρώτη φορά το γριμόριο σταμάτησε να κινείται.
Ο θάλαμος βυθίστηκε σε απόλυτη σιωπή.
Ο Άλμπρεχτ πλησίασε το βιβλίο, αλλά δεν το άγγιξε.
«Το βάλαμε σε φωτιά που έκαιγε επί επτά ημέρες. Όταν άνοιξαν οι στάχτες, το βιβλίο ήταν άθικτο. Προσπαθήσαμε να το κόψουμε, να το πνίξουμε, να το θάψουμε κάτω από αλάτι και αγιασμένο σίδερο. Κάθε άνθρωπος που το πλησίαζε άρχιζε να ακούει τη φωνή του.»
Η Μόρα ένιωσε μια ψυχρή ανάσα πίσω από το αυτί της.
Μια φωνή ψιθύρισε:
«Μόρα…»
Γύρισε απότομα.
Δεν υπήρχε κανείς.
Η φωνή ξανακούστηκε.
«Ξέρεις ότι εκείνοι θα σε προδώσουν.»
Η Μόρα έσφιξε τα δόντια της.
«Μη το ακούτε», είπε ο Άλμπρεχτ. «Μιλά διαφορετικά στον καθένα. Βρίσκει αυτό που φοβάστε. Αυτό που επιθυμείτε. Αυτό που κρύβετε ακόμη και από τον εαυτό σας.»
Ο Σεβέριαν πλησίασε ξανά.
«Και όμως, εσύ έζησες αιώνες δίπλα του.»
«Δεν έζησα.»
Ο ιππότης άνοιξε την πανοπλία του στο στήθος.
Κάτω από το μέταλλο δεν υπήρχε καρδιά.
Υπήρχαν μαύρες ρίζες.
Ξεκινούσαν από το εσωτερικό του και κατέληγαν κάτω από τον τάφο. Πάλλονταν σαν φλέβες, συνδέοντας το σώμα του με το γριμόριο.
«Το βιβλίο με κράτησε εδώ», είπε. «Με έκανε φύλακα, επειδή δεν μπόρεσε να με κάνει υπηρέτη του.»
Ο πατέρας Ιερεμίας κοίταξε τις ρίζες.
«Άρα, αν πεθάνεις…»
«Εκείνο θα ελευθερωθεί.»
Ο Σεβέριαν χαμογέλασε.
«Τότε θα σε ελευθερώσουμε από τον όρκο σου.»
Ο Άλμπρεχτ έβγαλε από τη θήκη του ένα μακρύ σκουριασμένο ξίφος.
«Θα πεθάνετε πριν κάνετε το πρώτο βήμα.»
Οι δύο τελευταίοι άνδρες της Όλοζον κινήθηκαν ταυτόχρονα. Ο ένας τράβηξε ένα μαχαίρι με ασημένια λεπίδα. Ο άλλος άνοιξε ένα μικρό δοχείο και πέταξε στο πάτωμα μια χούφτα μαύρη σκόνη.
Η σκόνη σχημάτισε κύκλο γύρω από τον Άλμπρεχτ.
Σύμβολα άρχισαν να φωτίζονται.
Ο πατέρας Ιερεμίας κατάλαβε αμέσως τι προσπαθούσαν να κάνουν.
«Δεν θα τον κρατήσει!» φώναξε.
Ο κύκλος έκλεισε.
Μαύρες φλόγες σηκώθηκαν γύρω από τον νεκρό ιππότη.
Ο Άλμπρεχτ σταμάτησε.
Για μια στιγμή φάνηκε παγιδευμένος.
Ο Σεβέριαν πλησίασε τον τάφο.
«Τώρα.»
Η Μόρα δεν κινήθηκε.
Ο Σεβέριαν την κοίταξε.
«Πάρε το βιβλίο.»
«Γιατί εγώ;»
«Εσύ αποκρυπτογράφησες τον χάρτη. Εσύ μπορείς να διαβάσεις τη γλώσσα του.»
Η Μόρα κοίταξε το γριμόριο.
Το εξώφυλλο ήταν φτιαγμένο από μαύρο δέρμα, γεμάτο ραφές. Στο κέντρο υπήρχε μια κόκκινη πέτρα που έμοιαζε με μάτι.
Το μάτι άνοιξε.
Την κοίταξε.
«Πάρε με», είπε η φωνή.
Η Μόρα σήκωσε αργά το χέρι της.
Ο πατέρας Ιερεμίας στάθηκε μπροστά της.
«Όχι.»
Ο Σεβέριαν έβγαλε ένα πιστόλι και το έστρεψε πάνω του.
«Κάνε στην άκρη.»
Ο πρώην ιερέας δεν κουνήθηκε.
«Η οργάνωση δεν ξέρει τι αναζητά. Αυτό δεν είναι όπλο. Είναι φυλακή.»
«Οι φυλακές ανοίγουν.»
«Και τότε ό,τι βρίσκεται μέσα τους βγαίνει έξω.»
Πίσω τους, ο Άλμπρεχτ ύψωσε το ξίφος.
Οι μαύρες φλόγες γύρω του άρχισαν να σβήνουν.
Τα σύμβολα του κύκλου έσπασαν.
Ο νεκρός ιππότης έκανε ένα βήμα και βγήκε από την παγίδα.
Ο πρώτος άνδρας της Όλοζον όρμησε πάνω του. Ο Άλμπρεχτ απέφυγε το χτύπημα και πέρασε το ξίφος του μέσα από το σώμα του. Η λεπίδα βγήκε από την πλάτη του άνδρα, καλυμμένη με μαύρο αίμα.
Ο δεύτερος προσπάθησε να τρέξει.
Ο Άλμπρεχτ άρπαξε την αλυσίδα που κρεμόταν από την πανοπλία του και την πέταξε. Η αλυσίδα τυλίχτηκε γύρω από τον λαιμό του άνδρα και τον τράβηξε πίσω.
Η κραυγή του κόπηκε απότομα.
Ο Σεβέριαν πυροβόλησε τον ιππότη στο πρόσωπο.
Το κεφάλι του Άλμπρεχτ γύρισε στο πλάι.
Η μία μπλε φλόγα έσβησε.
Για λίγα δευτερόλεπτα έμεινε ακίνητος.
«Μόρα!» φώναξε ο Σεβέριαν. «Τώρα!»
Η γυναίκα άπλωσε το χέρι και άγγιξε το γριμόριο.
Ολόκληρος ο θάλαμος εξαφανίστηκε.
Βρέθηκε σε μια απέραντη πεδιάδα κάτω από μαύρο ουρανό. Γύρω της υπήρχαν χιλιάδες πέτρινες πόρτες, όρθιες χωρίς τοίχους. Πίσω από κάθε πόρτα ακουγόταν και μία διαφορετική φωνή.
Άνθρωποι που έκλαιγαν.
Παιδιά που γελούσαν.
Τέρατα που χτυπούσαν τα νύχια τους πάνω στην πέτρα.
Στο βάθος στεκόταν μια ψηλή μορφή με κέρατα, τυλιγμένη με έναν μανδύα από σκιές.
Η Μόρα προσπάθησε να κινηθεί, αλλά τα πόδια της είχαν βυθιστεί στο χώμα.
Η μορφή πλησίασε.
Δεν είχε πρόσωπο.
Μόνο ένα τεράστιο στόμα.
«Επιτέλους», είπε.
Η Μόρα ένιωσε το χέρι της να καίγεται.
Πάνω στην παλάμη της εμφανίστηκε το σύμβολο ενός ανοιχτού ματιού.
«Ποιος είσαι;» ρώτησε.
Η μορφή έσκυψε προς το μέρος της.
«Εκείνος που έγραψε την πρώτη σελίδα.»
Η πεδιάδα γέμισε με έναν βαθύ σεισμό.
Μία από τις πέτρινες πόρτες άρχισε να ανοίγει.
Πίσω της δεν υπήρχε δωμάτιο.
Υπήρχε ένα κόκκινο φεγγάρι και μια πόλη γεμάτη μαύρους πύργους.
Χιλιάδες πλάσματα σήκωσαν τα κεφάλια τους ταυτόχρονα.
Και όλα κοίταξαν τη Μόρα.
Η μορφή ψιθύρισε:
«Ο εκλεκτός δεν είναι ο άνδρας που σε έφερε εδώ.»
Η Μόρα άνοιξε τα μάτια της.
Βρισκόταν ξανά στον υπόγειο θάλαμο.
Το γριμόριο ήταν στα χέρια της.
Ο Σεβέριαν χαμογελούσε.
«Δώσε μου το.»
Πίσω του, ο Άλμπρεχτ σηκωνόταν ξανά. Το σπασμένο του πρόσωπο άρχισε να ενώνεται, καθώς μαύρες ρίζες έβγαιναν από τον λαιμό του.
Η Μόρα κοίταξε το βιβλίο.
Ύστερα κοίταξε τον Σεβέριαν.
Για πρώτη φορά κατάλαβε ότι το γριμόριο δεν είχε καλέσει εκείνον.
Είχε καλέσει την ίδια.
«Δώσε μου το βιβλίο!» φώναξε ο Σεβέριαν.
Η Μόρα έκανε ένα βήμα πίσω.
Το γριμόριο άνοιξε μόνο του στα χέρια της.
Πάνω στην πρώτη σελίδα εμφανίστηκε μία φράση:
Η πρώτη θύρα απαιτεί το αίμα του προδότη.
Ο Άλμπρεχτ ύψωσε το ξίφος του.
Ο Σεβέριαν σημάδεψε τη Μόρα.
Και βαθιά κάτω από τις κατακόμβες, κάτι τεράστιο άνοιξε τα μάτια του.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου