Κεφάλαιο 2 – Οι Κυνηγοί του Φυλαχτού
Κεφάλαιο 1 – Η Αφύπνιση του Φυλαχτού
Η καταιγίδα είχε δυναμώσει. Οι αστραπές φώτιζαν για λίγα δευτερόλεπτα το παλιό σπίτι και αμέσως μετά το σκοτάδι επέστρεφε πιο βαρύ από πριν.
Η Λίζα δεν μπορούσε να κοιμηθεί.
Το φυλαχτό συνέχιζε να εκπέμπει μια αχνή χρυσή λάμψη κάτω από την μπλούζα της. Κάθε λίγα λεπτά ζεσταινόταν σαν να είχε δική του καρδιά.
Σηκώθηκε αθόρυβα από το κρεβάτι και πλησίασε το παράθυρο.
Έξω, ο άνεμος λύγιζε τα πανύψηλα πεύκα που περιέβαλλαν το σπίτι. Η βροχή χτυπούσε τα τζάμια, ενώ η ομίχλη είχε καλύψει ολόκληρο το δάσος.
Τότε το είδε.
Ανάμεσα στα δέντρα στεκόταν μια ανθρώπινη σκιά.
Δεν κινούνταν.
Δεν κρατούσε φακό.
Απλώς κοιτούσε το σπίτι.
Η Λίζα ανοιγόκλεισε τα μάτια της.
Η σκιά είχε εξαφανιστεί.
«Μάλλον το φαντάστηκα...» ψιθύρισε.
Πίσω της, όμως, το γριμόριο άνοιξε μόνο του.
Οι σελίδες γύρισαν γρήγορα μέχρι να σταματήσουν σε μια σελίδα γεμάτη χρυσά σύμβολα.
Καθώς η Λίζα πλησίασε, τα γράμματα άρχισαν να εμφανίζονται σαν να γράφονταν εκείνη τη στιγμή από αόρατο χέρι.
"Δεν είσαι μόνη."
Η κοπέλα πάγωσε.
Λίγο πιο κάτω εμφανίστηκε δεύτερη πρόταση.
"Σε αναζητούν."
Η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά.
«Ποιος γράφει;»
Καμία απάντηση.
Μόνο μια ακόμη φράση.
"Μην αφήσεις κανέναν να πάρει το φυλαχτό."
Ξαφνικά ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος από τη σοφίτα.
Κάποιος περπατούσε επάνω.
Η Λίζα πήρε έναν φακό και ανέβηκε αργά τα ξύλινα σκαλιά.
Κάθε σκαλί έτριζε.
Ο αέρας ήταν παγωμένος.
Άνοιξε προσεκτικά την πόρτα.
Η σοφίτα ήταν σκοτεινή.
Τα παλιά έπιπλα βρίσκονταν στις ίδιες θέσεις.
Το μυστικό κουτί ήταν ακόμη ανοιχτό.
Ξαφνικά άκουσε ψιθύρους.
Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τις λέξεις.
Έμοιαζαν να έρχονται από όλους τους τοίχους ταυτόχρονα.
Το φυλαχτό άρχισε να λάμπει έντονα.
Για μια στιγμή εμφανίστηκε μπροστά της μια διάφανη γυναίκα με λευκά μαλλιά και μαύρο μανδύα.
Το πρόσωπό της ήταν ήρεμο.
«Μην φοβάσαι...» είπε με χαμηλή φωνή.
«Ποια είσαι;»
«Είμαι η πρώτη φύλακας του γριμορίου.»
«Είσαι... φάντασμα;»
Η γυναίκα χαμογέλασε.
«Είμαι μόνο μια ανάμνηση που άφησε πίσω της η δημιουργός του βιβλίου.»
«Γιατί με διάλεξε;»
«Δεν σε διάλεξε.»
Η μορφή την κοίταξε στα μάτια.
«Είσαι το τελευταίο μέλος της γενιάς της.»
Η Λίζα ένιωσε το αίμα να παγώνει.
«Τι σημαίνει αυτό;»
«Ότι απόψε άρχισε το κυνήγι.»
Η μορφή γύρισε προς το παράθυρο.
Έξω, μέσα στην καταρρακτώδη βροχή, δώδεκα μαυροφορεμένες γυναίκες είχαν εμφανιστεί στην άκρη του δάσους.
Στέκονταν ακίνητες.
Καμία δεν μιλούσε.
Όλες κοιτούσαν το σπίτι.
Τα μάτια τους άστραφταν μέσα στο σκοτάδι.
Η πρώτη φύλακας ψιθύρισε:
«Οι Μάγισσες της Μαύρης Συντεχνίας σε βρήκαν.»
Την ίδια στιγμή, η αρχηγός τους σήκωσε αργά το χέρι προς το σπίτι.
Το φυλαχτό της Λίζας άρχισε να καίει πάνω στο στήθος της.
Η επίθεση μόλις ξεκινούσε.

Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου