Κεφάλαιο 3 – Η Πρώτη Πολιορκία

 



Η δυνατή βροχή συνέχιζε να πέφτει ασταμάτητα.

Οι δώδεκα μαυροφορεμένες μάγισσες παρέμεναν ακίνητες στην άκρη του δάσους. Κανένα πρόσωπο δεν φαινόταν κάτω από τις κουκούλες τους, μόνο δύο κατακόκκινα μάτια που λαμπύριζαν μέσα στο σκοτάδι.

Η Λίζα έκανε ένα βήμα πίσω.

«Ποιοι είναι;» ρώτησε με τρεμάμενη φωνή.

Η διάφανη φύλακας στεκόταν δίπλα της χωρίς να πάρει το βλέμμα της από το παράθυρο.

«Για τετρακόσια χρόνια περίμεναν αυτή τη νύχτα. Από γενιά σε γενιά αναζητούσαν το γριμόριο και το φυλαχτό.»

«Γιατί;»

«Επειδή το φυλαχτό δεν είναι απλό κόσμημα. Είναι το μοναδικό κλειδί που μπορεί να ενεργοποιήσει ολόκληρο το γριμόριο.»

Η Λίζα κοίταξε το ασημένιο μενταγιόν.

«Δηλαδή... χωρίς αυτό το βιβλίο δεν λειτουργεί;»

Η φύλακας έγνεψε καταφατικά.

«Και χωρίς το αίμα της οικογένειάς σου, ούτε το φυλαχτό υπακούει σε κανέναν.»

Ξαφνικά όλες οι μάγισσες έξω σήκωσαν τα χέρια τους ταυτόχρονα.

Ο αέρας σταμάτησε.

Η βροχή άρχισε να πέφτει πιο αργά, σαν ο χρόνος να είχε επιβραδυνθεί.

Το χώμα μπροστά από το σπίτι άρχισε να μαυρίζει.

Δεκάδες αρχαία σύμβολα εμφανίστηκαν επάνω στο έδαφος και άρχισαν να λάμπουν με βαθύ κόκκινο χρώμα.

Η αρχηγός τους έκανε ένα βήμα μπροστά.

«Παράδωσε το φυλαχτό.»

Η φωνή της ακούστηκε μέσα στο σπίτι χωρίς να ανοίξει κανένα παράθυρο.

Η Λίζα ένιωσε ένα ρίγος.

«Δεν θα το πάρουν τόσο εύκολα.»

Η φύλακας ακούμπησε το γριμόριο.

Το βιβλίο άνοιξε μόνο του.

Οι σελίδες άρχισαν να γυρίζουν γρήγορα ώσπου σταμάτησαν σε μια παράξενη ζωγραφιά που έδειχνε το ίδιο ακριβώς σπίτι.

Ένα χρυσό φως βγήκε από τις σελίδες και απλώθηκε στους τοίχους.

Λεπτές φωτεινές γραμμές εμφανίστηκαν γύρω από όλα τα παράθυρα και τις πόρτες.

Ολόκληρο το σπίτι άρχισε να περιβάλλεται από έναν αόρατο θόλο.

Τη στιγμή εκείνη, η πρώτη μάγισσα έξω προσπάθησε να πλησιάσει.

Μόλις ακούμπησε το όριο του φωτός, εκτοξεύτηκε προς τα πίσω σαν να τη χτύπησε αόρατη δύναμη.

Οι υπόλοιπες σταμάτησαν.

Η αρχηγός χαμογέλασε.

«Η προστασία της παλιάς μάγισσας υπάρχει ακόμη...»

Έκλεισε τα μάτια της.

«Δεν πειράζει.»

Σήκωσε αργά το δεξί της χέρι.

Από το δάσος άρχισαν να ακούγονται παράξενοι θόρυβοι.

Κλαδιά έσπαγαν.

Σκιές κινούνταν ανάμεσα στα δέντρα.

Μία...

Δύο...

Δέκα...

Εκατοντάδες μικρά μαύρα κοράκια άρχισαν να πετούν προς το σπίτι, καλύπτοντας τον ουρανό.

Η Λίζα πλησίασε το παράθυρο με κομμένη την ανάσα.

Τα πουλιά δεν επιτέθηκαν.

Σχημάτισαν έναν τεράστιο μαύρο κύκλο πάνω από τη στέγη.

Η αρχηγός των μαγισσών χαμογέλασε ξανά.

«Αν δεν μπορούμε να μπούμε απόψε... θα περιμένουμε.»

Η διάφανη φύλακας κοίταξε σοβαρά τη Λίζα.

«Δεν θα σταματήσουν ποτέ.»

«Τότε τι πρέπει να κάνω;»

Η μορφή άγγιξε απαλά το γριμόριο.

Μια καινούρια σελίδα άνοιξε μόνη της.

Στο κέντρο της εμφανίστηκε ένας παλιός χάρτης.

Επάνω του υπήρχε μόνο μία λέξη.

ΒΑΛΕΝΟΡ

Η φύλακας ψιθύρισε:

«Εκεί βρίσκεται το πρώτο μυστικό της οικογένειάς σου. Αν το βρεις πριν από εκείνες, ίσως έχεις ελπίδα να επιβιώσεις.»

Πριν προλάβει η Λίζα να ρωτήσει οτιδήποτε άλλο, η διάφανη μορφή άρχισε να διαλύεται σαν ομίχλη.

Το μόνο που άφησε πίσω της ήταν μια τελευταία προειδοποίηση.

«Το ξημέρωμα θα φέρει τον πρώτο πραγματικό κυνηγό... και αυτός δεν θα είναι μάγισσα.»


Κεφάλαιο 2 – Οι Κυνηγοί του Φυλαχτού

Κεφάλαιο 1 – Η Αφύπνιση του Φυλαχτού

Το Κρυμμένο Γριμόριο της Σοφίτας 0

ola

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

🕯️ Η Σφραγίδα της Υποταγής 🕯️

🩸 Ο Θρόνος της Ήττας των Αγγέλων (+18)

Η ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ